«ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΜΙΑΣ ΤΣΑΓΙΕΡΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΜΑΛΦΩΝ…»ΔΑΝΙΗΛ, ΑΝΘΟΥΛΑΣτον
Γιώργο Ρούσκα H
ιστορία άρχισε όταν αποφάσισα να ξαλαφρώσω την παλιά σιφονιέρα και είδα την
τσαγιέρα της γιαγιάς να στρογγυλοκάθεται υπερήφανη σαν βασίλισσα στη βιτρίνα.
Έστειλα φωτογραφία στον ποιητή να την εκτιμήσει, να την αξιολογήσει και να
απαντήσει. Κι εκείνος ανταποκρίθηκε αμέσως: «Απίθανο κομμάτι», είπε, «θα το
μεταφράσω σε δεπέλλιχους!». Και τι
είναι ο δεπέλλιχος; Μα ένα γιαπωνέζικο χαϊκού που, αφαιρώντας του δύο
συλλαβές, έγινε ελληνικός δεκαπεντασύλλαβος. Α! τόσο εύλογο το φαινομενικώς
ακατανόητο! Έχεις δίκιο Ανθούλα μου, όπως πάντα άλλωστε, με δεπέλλιχους θα μιλήσω λοιπόν αφιερωμένους όμως σε σένα: Το κουκουνάρι στην κορφή ως ουρανού το στέμμα 👑👑 Λαβή περίγραμμα καρδιάς χέρι λεπτό προσμένει Λουλούδια πορσελάνινα Γαλήνης μπλε κομίζουν Λευκού νοός γεννήματα χρυσό στόμιο στάζει Λευκού την αθωότητα Χρυσός διαφυλάττει Λίγοι οι όντως άξιοι Τέχνη να μεταλάβουν Και τούτος ο δεπέλλιχος, ειδικά αφιερωμένος: Σε έργο τέχνης σπάνιο Βασίλισσας το τσάι Σε ασπάζομαι! Καλό ξημέρωμα! Σαν να είναι η ιδέα στο είδος του, αν
και ο Αριστοτέλης έλεγε ότι ο Πλάτων δεν παραδεχόταν ιδέες παρά μόνον για τα
φύσει όντα, οπότε, σύμφωνα με τους Πλατωνικούς, ιδέες
του σπιτιού ή του δαχτυλιδιού δεν υπάρχουν. Πόσω μάλλον της τσαγιέρας. Για να ανήκει στον κόσμο των ιδεών
πρέπει να είναι αιώνια, αμετάβλητη, ασώματη και όχι αισθητή· να είναι
κατανοητή μόνο με τον νου. Νοητή, σαν τον Ήλιο της δικαιοσύνης,
όπως μας τον έμαθε ο Οδυσσέας Ελύτης. Και για να τελειώνουμε, για την ώρα, με
τον Πλάτωνα, αν σε μια ζωγραφιά δώσω όνομα, μια λέξη, η λέξη, αν και διαφέρει
από το αισθητό αντικείμενο στο οποίο αναφέρεται, εμπεριέχεται στις μορφές.
Και να πώς ένα «κόσμημα», στο είδος του, λειτούργησε σαν μαγικό εφαλτήριο για
τη σκέψη. Ας το περιγράψω.
Το κύριο σώμα είναι σχεδόν στρογγυλό, στο πάνω μέρος πιο πλατύ, στη βάση πιο
στενό, σχήμα κλασικό. Το χρώμα γλαυκό με μπλε λουλούδια, κάπου υπάρχει μαύρο
για τη φωτοσκίαση μάλλον, κάπου γαλάζιο γιατί χτυπάει το φως. Κάτι μου λέει
πως κάτι θέλουν να πουν αυτά τα φλύαρα λουλούδια. «Γαλήνης μπλε κομίζουν»,
λέει ο ποιητής. Δεν ξέρω τη γλώσσα των λουλουδιών, αλλά αυτά τα λουλούδια σαν
στόματα έτοιμα να ρουφήξουν μου φαίνονται, σαρκοφάγα και σε διέγερση. Φυσικά
ο νους μου τρέχει στους στίχους του Γιώργου Σεφέρη, από το ποίημα «Ο Μαθιός
Πασχάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα»: Καπνίζω
χωρίς να σταματήσω απ’ το πρωί/ αν σταματήσω τα τριαντάφυλλα θα μ’
αγκαλιάσουν/ μ’ αγκάθια και με ξεφυλλισμένα πέταλα θα με πνίξουν/ φυτρώνουν
στραβά όλα με το ίδιο τριανταφυλλί/ κοιτάζουν […] Κάτι για το οποίο όμως διαφωνεί ο Σοπενχάουερ (βλέπε, Ο Κόσμος ως βούληση και ως παράσταση, Μέρος Α΄βιβλίο Γ΄και Δ΄, σελ.119). Και να πώς ένα κόσμημα είναι στο είδος του που λειτούργησε σαν μαγικό δαχτυλίδι. Η«Λαβή περίγραμμα
καρδιάς/ χέρι λεπτό προσμένει»,Ο ποιητής εμίλησε, είπε περίγραμμα καρδιάς, ναι αλλά μισής καρδιάς ή
άλλη μισή πού είναι; Εμένα σαν περίγραμμα αφτιού μου φαίνεται τεντωμένο για
να συλλάβει την αμβροσίοδμη μουσική. «Λευκού νοός γεννήματα /χρυσό
στόμιο στάζει», το πολύτιμο περιεχόμενο, σαν χείλος
έτοιμο να δοθεί. Σε απόλυτη αρμονία το χερούλι με το στόμιο το αφτί με την
καρδιά και τα χείλη. Το καπάκι οβάλ με μια χρυσή ρίγα να ορίζει την παρουσία του, την αρχή
και το τελος του «Λευκού την αθωότητα/
Χρυσός διαφυλάττει», ενώ στην κορυφή του έχει, για δικό του
ξεχωριστό χερούλι, ένα κουκουνάρι,
σύμβολο της γνώσης και της σοφίας. «Το κουκουνάρι στην κορφή / ως ουρανού
το στέμμα 👑». Σίγουρα, αποκλείεται να είναι μόνο αυτό που βλέπω και τίποτα
παραπέρα. Ο ποιητής κι αντίκρυ εγώ, στη μέση η τσαγιέρα. Για κείνον
ρομαντική, για μένα υπαινικτική. Το
είδα κι αμέσως άπλωσα το χέρι. Το σχήμα του ζητάει χάδι. Με τα μάτια σαν
νοερά δάχτυλα ήθελα να κάνω το γύρω
του σώματός του, να χαϊδέψω το αφτάκι του, να φιλήσω το στοματάκι του, να
ανασηκώσω με τα δυο δάχτυλα το κουκουνάρι του και να αναδυθεί το άρωμα από
την πορσελάνη του. Είναι άραγε της
δυναστείας του Μεγάλου Μινκ ή της βικτοριανής Αγγλίας; Όχι, βέβαια! Ήταν
ταπεινότερης καταγωγής, αφού καμάρωνε στη σιφονιέρα της γιαγιάς μου, όμως στα
μάτια τα δικά μου αναβαθμιζόταν, όλο χάρη. «Η χάρη», λέει ο Σοπενχάουερ,
«προϋποθέτει ως όρο την ορθή αναλογία όλων των μελών» (Ο κόσμος ως
βούληση και ως παράσταση, Μέρος Α’, Βιβλία Γ’ και Δ’, σελ. 136, εκδ.
Ροές) και το «κόσμημά» μου την είχε. Ήταν πιο εμπροστά από
τα άλλα γυαλικά, όλο χάρις κι ομορφιά, καβαφικά, και ο
νοών νοείτω. Αυτομάτως μια εικόνα παραπλήσια έρχεται
στον νου. Είναι η Παιδική συναυλία του
Γιώργου Ιακωβίδη, έργο που βραβεύτηκε στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού το 1900,
όπου ανάμεσα σε τέσσερα παιδιά, κάθε παιδί κι ένα όργανο,ένα τύμπανο, μια
σάλπιγγα, μια φυσαρμόνικα, βρίσκεται και ένα ποτιστήρι. Ο μικρός με το
ποτιστήρι υποτίθεται ότι φυσάει μέσα
από το στόμιο του. Φυσάει σαν να πίνει νερό, το νερό της ζωής και το
μεταβάλλει στη μουσική της αθωότητάς του
και της ζωής που έχει μπροστά του. Η στάση του σώματός του είναι εκείνη του
καλλιτέχνη που λυγίζει τα γόνατα, πέφτει λίγο προς τα πίσω παρασυρμένος από
τον ρυθμό της μουσικής. Εκατό
και βάλε χρόνια μετά, λίγα χρόνια πριν, ένας άλλο μικρός, ο Νικόλας, πήρε ένα
μπουκάλι νερό, στάθηκε στο μπαλκόνι και κοιτάζοντας πέρα, άρχισε να πίνει. Μόλις τον είδα του
φώναξα: «είσαι το παιδί με το
ποτιστήρι!». Κι εκείνος χάρηκε κι
έτρεξε στη μαμά του να της πει ποιος είναι… Τον
έβγαλα μια φωτογραφία, ψηλά στο μπαλκόνι, γύρω γύρω τα δέντρα της αυλής, πέρα
τα δασωμένα βουνά και λοφάκια, από την άλλη τη μεριά, πιο πέρα, ένα με τον
ορίζοντα, η θάλασσα. Ο Νικόλας με το μπουκάλι να πίνει, σαν το παιδί με το
ποτιστήρι. Μια στιγμή ευτυχίας. Το έχει πει ο Οδυσσέας Ελύτης: «Ώσπου τέλος
ένιωσα κι ας πα να μ’ έλεγαν τρελό ότι από ένα τίποτα γίνεται ο παράδεισος».
Πρόσφατα, του έδειξα τον πίνακα του Ιακωβίδη κι εκείνος, αφού κοίταξε καλά με
προσοχή, πήρε πάλι ένα μπουκάλι και μιμήθηκε τη στάση του αγοριού με το
ποτιστήρι. Από ένα τίποτα γίνεται ο παράδεισος, από ένα παιδί, που είναι τα πάντα,
και από ένα κομψά τεχνουργημένο τσαγερό που μπορεί να σου ξυπνήσει τα πάντα… Με ένα τσάι ξεκίνησε και ο Μαρσέλ Προυστ κι εγώ με το τσαγερό του. Όσο κι αν θέλω να τ’ αποφύγω, δεν μπορώ
να μη νιώσω το δέος εκείνο, πως κάθε κλειστός χώρος παραπέμπει στο «χθόνιο
λιβάδι». Πώς ο άνθρωπος, όσο κι αν πιει νερό, ποτέ δεν ξεδιψάει. ΚΑΙ ΑΠΟ
ΤΑ ΠΟΡΣΕΛΑΝΙΝΑ και ντενεκεδένια στα πήλινα. Θυμάμαι εκείνη την «τζιάρα»,
lagiarra, ηρωίδα σε μια σικελική ιστορία του Πιραντέλο που μεταφέρθηκε
αριστουργηματικά στον κινηματογράφο από τους Αδελφούς Ταβιάνι, στην
ταινία Tο χάος (Caos). Το κιούπι για το λάδι,
λοιπόν, που έχει τον κεντρικό ρόλο στη ματαιοδοξία του μεγαλογαιοκτήμονα και
ελαιοπαραγωγού Ντον Λολό, βρισκόταν σε υπερυψωμένο και περίβλεπτο χώρο σαν
βωμό, στο κέντρο της κυκλικής, σαν να ήταν ορχήστρα θεάτρου, αυλής. Στο κέντρο
της ορχήστρας του Ντον Λολό και στο κέντρο της ιστορίας του Πιραντέλο. Όμως,
από πάνω, ψηλά το φεγγάρι, σαν από μηχανής θεός και τιμωρός Εκάτη, θα
αποδείξει πόσο λάθος κάνουν οι άνθρωποι όταν νομίζουν πως μπορούν όλα να τα
ελέγχουν. Το φεγγάρι θα επιφέρει θανάσιμη λαβωματιά στην αλαζονεία του Ντον
Λολό. Γιατί ο Ντον Λολό εξασφάλισε μεν το πιο μεγάλο κιούπι, την πιο μεγάλη
τζιάρα, για το λάδι του, όμως τη νύχτα το φεγγάρι κάνει κύκλο στου σπιτιού
του την αυλή, βλέπει γύρω τους ταλαιπωρημένους, βασανισμένους, ταπεινωμένους
και κατακουρασμένους εργάτες του, ρίχνει ματιά σαν μαχαιριά στο κιούπι και το
χωρίζει αναπάντεχα στα δυο με αόρατο σπαθί. Την άλλη μέρα έξαλλος αναζητούσε
τον ένοχο… Το μέγεθος της αλαζονείας του τον εμπόδισε να υποψιαστεί
οποιαδήποτε μεταφυσική παρέμβαση· βρήκε όμως έναν μάγο που κατείχε το μυστικό
μιας θαυματουργής, παγκολλητικής αλοιφής. Λίγο έλειψε, ωστόσο, να έρθει σε
ρήξη με τον υπερήφανο μάγο για την αδιαπραγμάτευτη ικανότητα της αλοιφής του
–δυο ισχυροί άντρες που από αντίθετους δρόμους συναντήθηκαν– διότι ο Ντον
Λολό επέμενε να σιγουρέψει την ασφάλεια της επανένωσης των δύο μερών με
ραφές. Τελικώς ο μάγος υποχώρησε και έκανε τις ραφές, έβαλε και τη μαγική
αλοιφή, αλλά, την τελευταία στιγμή που ολοκλήρωσε τη δουλειά, βρέθηκε να εργάζεται
από τη μέσα μεριά της giarra, από το κύτος, οπότε βρέθηκε κλεισμένος σαν τον
διάβολο στο μπουκάλι. Και τώρα; Δεν μπορούσε με τίποτα να βγει· τον εμπόδιζε
και η καμπούρα του… η δική του αλαζονεία. Τη νύχτα
βγήκε πάλι το φεγγάρι. Οι εργάτες σαν χορός τραγωδίας άρχισαν τελετουργικό
δρώμενο γύρω από τον μάγο, που ήταν μέσα στο κιούπι. Το φεγγάρι από ψηλά τούς
έλουζε με το φως του και τους παρέσυρε στη μαγεία του. Ξύπνησε ο Ντον Λολό
ανήσυχος, σηκώθηκε απ’ την κλίνη, δίνει κλοτσιά στην πόρτα του που πέφτει αμέσως
ξάπλα και με βίαιο διασκελισμό πατάει επάνω της και στον βωμό ανεβαίνει· εκεί
με μία δεύτερη κλοτσιά, στην τζιάρα τούτη τη φορά, την κατρακυλάει με τον
μάγο μέσα της. Εκείνη συγκρούεται με τον τοίχο και σπάει σε άπειρα κομμάτια.
Ο μάγος ελευθερώθηκε, τρεκλίζοντας σηκώθηκε, η μεγάλη πόρτα της αυλής, που
ήταν σαν της φυλακής, άνοιξε κι όρμησαν όλοι έξω. Ο Ντον Λολό έμεινε μόνος
ανάμεσα στα συντρίμμια του… Διὸς θυγάτηρ Ἄτη, ἣ
πάντας ἀᾶται, Του Δία παιδί είναι η
Τύφλα, αγέραστο, και κάθε νου τυφλώνει, Σε
θρησκευτική παραλλαγή και σε δεπέλλιχο, μωραίνει ο Κύριος ον
βούλεται απολέσαι. Ένα
μεγάλο πήλινο κιούπι ήταν σαν αυτά που βάζουν κάποιοι στις αυλές ή στις
βεράντες τους και φυτεύουν μέσα τους μικρά δέντρα… Ένα τέτοιο κιούπι έγινε ήρωας
του έργου, υψώθηκε σε πρωταγωνιστή για λίγο και σε λίγο έγινε τίποτα. Ένας
κόσμος, αυτός της φεουδαρχίας, της σκληρότητας και της ταπείνωσης του λαού,
τελείωσε. Ένας νέος αρχίζει, γεμάτος ελπίδες… Από ένα
τίποτα γίνεται ο παράδεισος! Σωστά είπε ο ποιητής· ένα ποίημα, μια φεγγαράδα,
ένα παιδί, που είναι τα πάντα, ένα κομψά τεχνουργημένο τσαγερό, ένα κιούπι,
μια ελληνική υδρία, και η ρήση του Τζον Κιτς: «Beauty is truth, truth is beauty»
(Η ομορφιά είναι αλήθεια, η αλήθεια είναι ομορφιά). Η Ελλάδα
με μία Υδρία στον ώμο, σαν Ηλέκτρα που θρηνεί, αλλά και σαν αιώνια Ήβη,
όμορφη και θαλερή, σαν εκείνη που σμίλεψε ο Αντόνιο Κανόβα. ΑΛΛΑΖΕΙ
ΤΟ ΥΦΟΣ, αλλά όχι και το θέμα, και πάλι έρχεται στην επιφάνεια μια άλλη
εικόνα, πάλι από τον Σεφέρη και από το ποίημα «Για ένα διαθέσιμο
τριαντάφυλλο». Παραθέτω απόσπασμα: Το χωματένιο αυτό σταμνί τ’ αγόρασα τη
μέρα των μυροφόρων με τη σκέψη πως αν τελειώνει το κορμί πάντα απομένει η
δίψα σ’ έναν προφυλαγμένο χώρο σαν ένα
χθόνιο λιβάδι. Όσο κι
αν θέλω να τ’ αποφύγω, δεν μπορώ να μη νιώσω το δέος εκείνο, πως κάθε
κλειστός χώρος παραπέμπει στο «χθόνιο λιβάδι». Πώς ο άνθρωπος, όσο κι αν πιει
νερό, ποτέ δεν ξεδιψάει. Το νερό στο ποτιστήρι του Ιακωβίδη στερεύει, το
σταμνί του Σεφέρη στεγνώνει, το θηκάρι ενός τζίτζικα μένει άδειο, η τζιάρα
του Ντον Λολό έσπασε, η τσαγιέρα της γιαγιάς μένει για χρόνια άδεια στη
βιτρίνα της παλιάς σιφονιέρας. Κι εγώ να βλέπω Στο πέτρινο πεζούλι αντικρύ του πελάγου τη Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οχτώ ή σαν κανάτι, με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι… Και το σχόλιο του Ρούσκα: Καλημέρα! Πέρα ως
πέρα! Τι έκπληξη
ήταν αυτή! Πόση χαρά
νιώθω! Κι πόσο
επιβεβαιώνεται η αίσθησή μου για τα τάλαντά σου! Δημόσια
διακήρυξα : "...Η Κριτική Τέχνη της Ανθούλας Δανιήλ είναι ολιστική.
Όταν «εξετάζει» ένα έργο, δεν το βλέπει μόνο από τη γωνία του είδους του αλλά
από όσες διαθέσιμες γωνίες άλλων ειδών έχει, κατά τη χρονική στιγμή που το
αναλύει. Δεν βλέπει την Ποίηση μόνο ως λέξεις, αλλά εντοπίζει γέφυρες των
ποιημάτων με τη Μουσική, τη Ζωγραφική, την Ιστορία, την Αρχαιολογία, το
Θέατρο, τον Κινηματογράφο και αντίστροφα, σε κάθε κριτική ενός έργου το οποίο
ανήκει σε μια από τις παραπάνω τέχνες, τεκμηριώνει θωριές συσχετισμένες από
και με τις άλλες. Δεν βλέπει ξεκομμένα μία θεατρική παράσταση, αλλά έχοντας
πλουσιότατο γνωσιακό, εμπειρικό, πληροφοριακό και μνημονικό υπόβαθρο,
επιχειρεί με τόλμη διακειμενικές ή υπερκειμενικές αναγωγές, τις οποίες
κρηπιδώνει με εύστοχα και παραστατικά παραθέματα από την τεράστια
δεξαμενή αποθεμάτων της, ώσπου το κριτικό της αποτέλεσμα να ανθίσει ολιστικά.
Έσπασε το νήμα της φιλολογικής κριτικής και πέρασε με την αξία της στο στίβο
της ολιστικής, υπερβατικής κριτικής. Στην
κριτική διεργασία (πρόσληψη, έρευνα, συσχέτιση, αποτίμηση), καθοριστικός
είναι ο ρόλος της λεπτομέρειας, μέσα στην οποία συχνότατα φωλιάζει ουσία,
αφού η δήθεν τυχαιότητα της ύπαρξής της είναι η ανάγκη του μύθου της
γραφής... Ολιστική η
θωριά σου! Πόσο
θαυμάζω την ικανότητά σου ένα χρηστικό κατά τα άλλα αντικείμενο να το
υψώνεις σε ολοζώντανο υποκείμενο Συζευγμένης Τέχνης Αγγειοπλαστικής-Γλυπτικής-Ζωγραφικής-Λογοτεχνίας
(με διακριτή την παρουσία της Ποίησης)-Κινηματογράφου-Αρχαίας Ελληνικής
Γραμματείας αλλά και Ιστορίας-Αρχαιογνωσίας-Μνήμης (προσωπικής και ιστορικής
και ποιητικής) και διακειμενικότητας (όπου το "κειμενικότητας" δεν
αφορά στο κείμενο αλλά στο "κείμαι", ήτοι σε όλες τις υπαρκτές ως
τώρα μορφές Τέχνης και όχι μόνο του Λόγου) πόσο σε
ευχαριστώ για το υπέροχο δώρο και πόσο
ευγνώμων για το ότι μου αφιερώνεις το υπέροχο γραπτό σου κόσμημα! Σε
ευχαριστώ με όλη μου την καρδιά σε παίρνω
νοερά μία αγκαλιά σφιχτή και συνοψίζω
ξανά με δύο λέξεις: σε ΘΑΥΜΑΖΩ και σου είμαι
ΕΥΓΝΩΜΩΝ! Ανησύχησα
καθώς προχωρούσα στο διάβασμα γιατί ποσοτικά η ζυγαριά Ελύτη - Σεφέρη
φαινόταν να κλίνει προς τον Σεφέρη τα
φαινόμενα όμως απατούν το υποψιαζόμουν, η αγωνία μεγάλωνε μαζί με τη
μαεστρία της γραφής σου ώσπου στο
τέλος ήλθε η πολυπόθητη αρμονία με την τελευταία πινελιά του Ελύτη... ανάσανα... ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΗΛΙΟΣ Ο ΗΛΙΑΤΩΡΑΣ - THE SOVEREIGN SUN ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΒΕΑΤΡΙΚΗ - MEETING
BEATRICE ΤΟ
ΑΗΔΟΝΙ, ΤΟ ΤΡΙΖΟΝΙ, ΤΟ ΒΙΟΛΙ ΚΑΙ Η ΚΙΝΑ - THE N... |
“THE EULOGY OF A TEAPOT AND OTHER VALUABLES…” Βy Anthoula
Daniil Litt.D. and literary critic. She is a member of the Writer’s Union and
the Greek Musical and Drama Critics Union. Rendered by Vassilis C. Militsis To George Rouskas The story
began when I decided to unburden the old chiffonier of some redundant items
when I saw grandma’s teapot resting proudly in the display shelf like a
queen. I sent a photo to the poet so that he could assess and evaluate it,
awaiting his reply in the meantime. And he responded promptly: An incredible “piece” he said; “I’ll
mark it out in depellichs.” But what is a depellich? It is a Japanese haiku
minus two syllables when it becomes a fifteen-syllable Greek verse!
Apparently incomprehensible but fully plausible You’re right,
Anthoula dear, Aren’t you
always? I’ll speak,
then, in depellichs,* Dedicated only
to you: Is heaven’s
crown A delicate
hand to hold it. Brings blue
Serenity From the
golden spout The innocence
of white To partake of
Art. Is dedicated: For a Queen’s
tea My best wishes
for a joyful dawn! It is as if
the idea is unique, though Aristotle claimed that Plato did not accept ideas
save only for beings existing by nature, hence according to Plato’s disciples
the idea of a house or a ring does not exist; let alone of a teapot, which
should be eternal, immutable, incorporeal but not tangible in order to belong
to the realm of ideas; it should be comprehensible only by the mind (nous).
Notional, like The Sun of Justice,
as Odysseas Elytis taught it to us. And
to be over with Plato; if I name a picture with a word, though it differs
from the tactile object it refers to, it falls into figures. And that is how
an ‘ornament’ in its nature, has functioned as magic springboard for thought. Let me describe the piece. The main body is roundish, wider at the upper part and narrower at the base. Blue flowers are painted on the pale body. In places the flowers are tinted black and blue, probably for chiaroscuro when light shines on them. I think these flowers bring blue serenity according to the poet. I don’t know the language of flowers, but they seem to be wide open maws in predatory arousal ready to suck everything. Naturally, my mind races to George Seferis verses from his poem Mathios Paskalis Among the Roses:
if I stop the roses will embrace me However,
Schopenhauer does not agree on it. (See The World as
Will and Representation).
And this is
how an ornament in its kind has functioned as a magic ring.
I return to the subject: The heart shaped handle expects a delicate hand to hold it, quoth the poet, but the contour is of half a heart; where is the other half? It seems to me that the handle is like an ear’s outline extending in rapt attention to fathom ambrosial music. Figments of white Ghost pour/From the golden spout.
The valuable content is free to be delivered, the handle with the spout,
the ear with the heart and the lips, all four operating in perfect unity. The golden
rimmed oval lid makes its presence felt with the beginning and the end of the
sentence: Gold guards/The innocence of
white and the knob at its top symbolizes knowledge and wisdom: The pine cone of a knob on top/Is heaven’s
crown. Certainly, it cannot be the only thing I see and nothing more. On
one side there is the poet; on the other, myself, and in between there is the
teapot; romantic to him, suggestive to him. As soon as I saw it, I reached out for it. Its shape calls for a caress. With my eyes acting like mind’s fingers, I wanted to make a round of its body, stroke its ear, kiss its cute muzzle, and lift its knob so that the porcelain will give off its fragrance. Might it belong to the Ming dynasty or to the Victorian England? Absolutely not! Its origin was humbler, since it had been proudly standing in my grandma’s chiffonier. However, in my eyes it was being upgraded all grace. Schopenhauer
argues that “grace requires the right proportion of all members” (op.cit).
And my jewel had it. It was standing in
front of the other glassware, all
grace and beauty (See Cavafy, Alexandrian
Kings) and no more needs to be said. And then in an instant, a similar image crossed my mind: Children’s
Concert by Georgios
Jakobides.His painting received a prize at the 1900 Paris International Fair. The painting shows four children, each holding a musical instrument – a drum, a trumpet, a harmonica, and a watering can. The little one holding the latter item pretends to blow through its spout seeming to be drinking the water of life transforming it into the music of his innocence and his life before him. The posture of his body is that of the artist’s who bends his knees, leans a little backwards carried away by the rhythm of music. More than a hundred years later, another boy, little Nicholas, took a bottle of water, stood on the balcony and gazing into the distance, began to drink. As soon as I saw him, I called out: “You are the boy with the watering can!” He felt happy and ran off to his mom to tell her who he was. I took a photo of him up there on the balcony while he was peering at the courtyard trees and then letting his gaze wander over the forested hills and further on where the sea joined the horizon. Catching Nicholas drinking out of his bottle like the boy with the watering bucket. A moment of happiness. Odysseas Elytis said it, too: "Until I finally felt, even if they called me crazy, that from nothingness, Paradise is made." I have recently shown him
Jakobides’ painting and, after looking at it carefully, he took again a
bottle and mimicked the posture of the boy with the watering can. Paradise is
made from nothingness, from a child, which is everything, and from an
artistically crafted teapot, which can wake everything in you… Marcel Proust started off with a cup of tea and so did I with my
teapot. As much as I try not to think
of it, I cannot help feeling the awe that refers to the ‘chthonic [underworld] meadow’, as every closed place does. Much
water as man drinks, he never quenches his thirst. And now we shift from the china and tin to the
ceramic vessels. I remember La Giara (the
jar), the inanimate hero in a Sicilian story by Pirandello, which was made into
the masterpiece anthology drama film Kaos by Paolo and Vittorio
Taviani . The oil jar, which plays the central role in the vanity of Don Lolo,
a large landowner and olive grower, rested in an elevated and conspicuous
place, resembling a an ancient theater shrine at the center of a round
courtyard – Don Lolo’s orchestra and Pirandello’s center. However, in the sky
above, Hecate the Moon, a divine intervention and avenger, will prove how
wrong humans are when they think they can be masters of all. The Moon will
bring about a lethal injury to Don Lolo’s arrogance. True enough, Don Lolo
secured the largest jar for his olive oil, but at night the Moon wanders
around his mansion’s yard, sees the afflicted, tormented, downtrodden and dog
tired laborers, strikes the jar with an invisible sword and breaks it in two.
The following day, a distracted Lolo tries desperately to find the culprit…
The magnitude of his conceit has prevented him from suspecting supernatural intervention.
Hence, he finds a wizard who possesses a secret unguent that can miraculously
glue everything. But he almost fell out with the haughty wizard over the non-
negotiable property of the unguent; two powerful men have met from different
directions. Don Lolo insisted on securing the safety of joining the two parts
in seams. The wizard yielded and made the seams, applied the magic unguent,
but on completing his task was trapped inside the jar like a jinni in a
bottle. And what now? He could not get out of the jar; he was impeded by his
hump… the result of his own arrogance. When the moon rose again at night, the workers, like a tragedy chorus, began a ritual act around the jar the wizard had been trapped in. the moon from above washed them with his moonlight and carried them away with his magic. Don Lolo aroused from his slumber uneasy, got out of bed, kicks the door open out of its hinges, strides violently on it and walks up to the ‘shrine’. He kicks the jar this time, which, wizard inside, rolls down against a wall an shatters into smithereens. Freed, the wizard got up staggering and through the suddenly opened yard gate, which was like a prison gate, they all rushed out. Don Lolo remained alone among the wreckage of his jar… Eldest daughter of Zeus is Ate that blindeth all—a
power fraught with bane; delicate are her feet, for it is not upon the ground
that she fareth, but she walketh over the heads of men, bringing men to harm,
and this one or that she ensnareth. [Ιliad, Book 19: 92-95, Perseus Digital Labrary] In both a religious version and in a depellich: whom the God would destroy, he first makes insane. It was a large clay pot,
like the ones found in courtyards or on verandahs where one plants small
trees… One such pot became the hero of the film, starred for a while and then
ended up to nothingness. A world of feudalism, cruelty and humiliation of the
people came to its end. A new world begins full of hope… Paradise
is made from nothingness! Quoth the poet, and he was right; a poem,
moonlight, a child, which is everything, an artistically crafted teapot, a
jar, a Grecian urn and John Keats’ quote: Beauty is
truth, truth is beauty. Greece carrying an urn on her shoulder,
like a mourning Electra, but like an eternal Hebe, beautiful and flourishing, like the one chiseled by Antonio Canova. There is a change of style, but not of
subject; another image crosses my mind, again from Seferis’ poem To a Rose available: I bought this clay water jug on the feast of the
Myrrhbearing Women, thinking that even if the body is spent, the thirst
remains in a guarded place resembling a chthonic (underworld)
meadow. Much as I try not to think of it, I cannot help feeling the awe that
refers to the ‘chthonic’
[underworld] meadow. Much water as man drinks, he never quenches his thirst.
The water in Jakobides’ watering can runs out, Seferis’ jug dries up, a cicada’s sheath
goes empty, Don Lolo’s jar has broken and grandma’s teapot has remained empty
in the glass case of the old chiffonier. And I see Myrto standing
on the stone bench facing the sea like a beautiful eight or a water pitcher
holding a sunhat in one hand… [O.Elytis, Axion Esti - Gloria] Rouskas Comment: Good
morning Right
through! What
a joy this is! And
my sense of your talents is greatly confirmed! I
publicly declared: “… Anthoula Daniil’s Art Review is Holistic. When she
‘reviews’ a work of art, she does not only see it from the angle of its kind
but also from all related angles of other kinds, at the moment she dissects
it. She sees Poetry not only a words, but she discovers poetic bridges
connecting Music, Painting, History, Archaeology, Theater, Motion Pictures
and vice versa. She documents aspects associated with others on each reviewed
work belonging to the arts mentioned above. She does not attend a play
detached, but because of her extending background of knowledge, experience,
information and memory, she boldly tackles contextual or hypertextual
reductions, which she aptly supports with descriptive quotes of her immense
stock of knowledge, and in this way her critic result flourishes
holistically. She has broken the record of mere literary review and on her
own merit passed over to the field of holistic and transcendental criticism. In the reviewing process (registering, research, association, appraisal), the detail is crucial, in which most frequently the substance nestles, since the alleged randomness of its existence is the necessity of the myth of writing… I
greatly admire your ability to uplift a common and practical object to a
living and breathing subject of combined Arts, such as pottery, sculpture,
painting, literature (where the presence of poetry stands out), cinema,
classics and history, archaeology, personal and historical memory, and
intertextuality, which is not confined only in texts, but also in every
existing form of Art and Reason. I am grateful for your superb gift, your
wonderful written jewel dedicated to me! I
thank you from the bottom of my heart and I am mentally giving you a tight
hug summing up in three words: I
ADMIRE YOU Thankfully
and lovingly Yours. PS While I was
perusing your text, I began to feel a bit upset because the balances between
Elytis-Seferis tilted to the latter quantitatively. But appearances can be deceptive. My excitement
was gradually growing along with the mastery of your writing until Elytis’
finishing touch brought about the longed-for harmony… I have sighed
in relief… THANK YOU |
Πέμπτη 7 Μαΐου 2026
ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΜΙΑΣ ΤΣΑΓΙΕΡΑΣ - THE EULOGY OF A TEAPOT
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...
