ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ
Κάποιος σπουδαίος συγγραφέας είχε πει, πριν από τριάντα
πέντε περίπου χρόνια, που ο Ναπολέων ήταν ακόμα νέος, πως η πραγματική
επανάσταση του αιώνα ήταν η πορνογραφία, κι αυτός το είχε δέσει κόμπο.
Πίστευε ότι είχε αφουγκραστεί τον παλμό της εποχής. Τον ίδιο καιρό πάνω κάτω
άρχιζε η μεταπολίτευση και οι νέοι, ιδιαίτερα ο φοιτητόκοσμος, είχαν ριχτεί
με πάθος στα βιβλία με πολιτικό περιεχόμενο, μια ανάγκη που τη φλόγιζε η
διάθεση να μην ξαναζήσουν ποτέ μια σκοτεινή χούντα, σαν αυτή που άφηναν πίσω
τους.
Ο Ναπολέων είχε πειστεί πως όλη του η ζωή, το ίδιο του το πεπρωμένο, θα
καθοριζόταν από τη διαπάλη των δύο αυτών τάσεων μέσα του· το πίστευε όταν
ξεκοκάλιζε τα χοντρά βιβλία που είχαν στοιβαχτεί στα ράφια της βιβλιοθήκης
του και μιλούσαν για κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά και όταν, με άλλους
συνομηλίκους του, κατέκλυζαν τις κινηματογραφικές αίθουσες, όπου παίζονταν
πια ελεύθερα οι τσόντες, κι από το κέφι τους έφτιαχναν κάποτε φούσκες με
προφυλακτικά και τις πετούσαν, κραυγάζοντας με ενθουσιασμό, στον αέρα.
Ήταν τώρα πια ένας άνθρωπος μοναχικός. Εδώ και μερικά χρόνια είχε χάσει τη
γυναίκα του και ζούσε με τα παιδιά του. Αποτραβηγμένος στην κάμαρή του, είχε
όλο τον χρόνο να μελετάει τον εαυτό του και ν’ αναστοχάζεται τη ζωή του. Ο
κόσμος γύρω του ήταν ένας διαφορετικός κόσμος, όμως ο δικός του ιδιότυπος
διχασμός εξακολουθούσε. Από τα χαμηλότερα στρώματα της ύπαρξής του ανέβαινε
επιτακτική η φωνή της σάρκας και τον έσπρωχνε στις παλιές του συνήθειες· οι
ιδεολογίες ξέφτιζαν, σκεφτόταν, αλλά η επανάσταση που αφορούσε την ύλη,
δηλαδή το σώμα, απ’ ό,τι φαινόταν, θα ήταν διαρκής. Από την άλλη ένιωθε ότι
τον κρατούσαν ψηλά οι κοινωνικές και πολιτικές του ευαισθησίες, που λόγω και
της αλλαγής του κλίματος των καιρών είχαν γίνει παγκόσμιες. Εξάλλου κι η
πορνογραφία, εγκαταλείποντας σιγά σιγά τις δημόσιες αίθουσες, είχε
εγκατασταθεί στα σπίτια των ανθρώπων, με όλα τα σύγχρονα μέσα, κυρίως με το
διαδίκτυο, που σκόρπιζε αφειδώς ανά την υφήλιο ιδιωτική σεξουαλική τέρψη.
Προσπαθούσε να ισορροπήσει ο Ναπολέων ανάμεσα στα δυο, αν και όχι πάντα με
την ίδια επιτυχία.
Την ημέρα που έγιναν οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις των τελευταίων ετών, όχι μόνο
στη χώρα του αλλά ταυτόχρονα σ’ ολόκληρο τον κόσμο, ενάντια στην πολιτική που
υποδαύλιζε τον πόλεμο στο Ιράκ, ώστε να επικρατήσει τελικά η λογική της
ειρήνης, αυτός ξεκίνησε το πρωί για να ψώνια του. Ένας γείτονάς του τον
ρώτησε «Θα πας στο συλλαλητήριο;», κι ο Ναπολέων, νιώθοντας ξαφνικά κάποια
ντροπή, συνειδητοποίησε ότι σχεδόν το ’χε ξεχάσει. Αν και στη δουλειά του
είχανε συνέχεια χτες αυτή την κουβέντα, είχε προγραμματίσει για κείνο το
πρωινό του Σαββάτου κάποιες άλλες δουλίτσες, ανάμεσα στις οποίες μια ήταν να
περάσει από το βιντεοκλάμπ για καμιά καινούργια σεξοταινία. Έδωσε λοιπόν
μασημένη απάντηση.
Ωστόσο
το μεσημέρι, που έβλεπε με τα παιδιά του στην τηλεόραση τον κόσμο να συρρέει,
τόσο στην πρωτεύουσα όσο και στην πόλη του, τις οδομαχίες που προηγήθηκαν, τα
επεισόδια των κουκουλοφόρων με τα ΜΑΤ που τον εξόργισαν, αλλά προπαντός τα
πλήθη να υψώνουν διάφορα πανό, με αυταπάρνηση και πάθος, σαν να ήθελαν να τα
τρίψουν στη μούρη όλων εκείνων των πολεμοχαρών, ένιωσε αμέσως κάτι να
επαναστατεί μέσα του.
«Θα πάω κι εγώ!» τους είπε αποφασιστικά κι εκείνα τον κοίταξαν με μια δόση
περηφάνιας σαν να ‘ταν ήρωας. Άλλωστε κι ο Ναπολέων, ως οικογενειάρχης, αυτή
την πτυχή του χαρακτήρα του επιδίωκε να ξέρουν και καμιά άλλη· ήτανε πολύ
προσεκτικός σ’ αυτό το θέμα.
Σηκώθηκε και ντύθηκε βιαστικά. Σκεφτόταν να πάει με τ’ αμάξι του, να το άφηνε
κάπου ψηλά, κι αποκεί να συνέχιζε με τα πόδια, μέχρι να ενωθεί με τον κόσμο
στην παραλία και ν’ ακολουθήσει την πορεία που θα κατέληγε, φυσικά, πού
αλλού, μπροστά στην πρεσβεία του κράτους που σχεδίαζε την επέμβαση στο Ιράκ.
Γινόταν πραγματικός χαλασμός. Μια θάλασσα αυτοκινήτων, μπήκε κι αυτός στην ουρά. Μάταια προσπαθούσαν μερικοί πεζοί να βρουν ταξί. Σταμάτησε να παρκάρει σ’ ένα πεζοδρόμιο, κοντά στο Πανεπιστήμιο, αδύνατο, ξαναμπήκε στη σειρά. Πού θ’ άφηνε το αμάξι του; Το ρεύμα τον παράσερνε όλο και πιο μακριά από τον προορισμό του. Στο τέλος βρέθηκε στον δρόμο προς το γνωστό του βιντεοκλάμπ. Άρχισε να πιλατεύει στο μυαλό του την ιδέα να πήγαινε πρώτα για τις ταινίες… Δεν θ’ αργούσε, πρέπει να είχε ένα χρονικό περιθώριο. Αμφιταλαντευόταν, όπως συνήθως. Να γυρίσει πίσω ν’ αφήσει το αμάξι δεν γινόταν, επομένως το πήρε απόφαση, θα πήγαινε εκεί.
Προτιμούσε αυτή την ώρα γιατί όλα ήταν ήσυχα και διακριτικά. Ένας νεαρός στο
ταμείο τού φαινόταν σύμμαχος. Μειλίχιο παιδί. Και δεν τον ατένιζε σαν να τον
μεμφόταν. Ανήκε σε μια γενιά που είχε μεγαλώσει θεωρώντας τις τσόντες εντελώς
φυσικό πράγμα, δεν τον ξένιζε τίποτα. Ούτε καν ότι τα μαλλιά του Ναπολέοντα
είχαν γίνει κάτασπρα στους κροτάφους. Ενώ κάποιος άλλος στη θέση του ίσως
σκεφτόταν για κάτι τύπους σαν την αφεντιά του –όπως άλλωστε έκοβε κι ο ίδιος
καμιά φορά τη φάτσα του στον καθρέφτη– πως δεν ήταν άλλο παρά υποκριτές, μια
χαμένη γενιά που τα ‘χε θαλασσώσει παντού και που δεν τους ένοιαζε τίποτα
πέρα απ’ την προσωπική τους ευχαρίστηση – όλα τ’ άλλα ήταν απλώς προπέτασμα.
Και βέβαια, δεν τον ανάγκαζε να νιώσει ότι η ηλικία, από μόνη της, έβαζε
κάποιους φραγμούς στις επιλογές των ανθρώπων.
Ανέβηκε τη στριφογυριστή σκάλα, ο πάνω όροφος ήταν άδειος, ολόδικός του, Τα
κουτιά απλώνονταν ολόγυρα στα ράφια, μια πολύχρωμη εικονογραφημένη σαρκική
πανδαισία. Ένας κόσμος για ενήλικες, που ασφαλώς είχαν το δικαίωμα να ορίζουν
καταπώς ήθελαν τη ζωή τους. Κάθε φορά υπήρχε νέα συγκομιδή, για πιο τολμηρά
γούστα, πιο ακραία…
Ξαφνικά ένιωσε τρόμο όταν σκέφτηκε πως όλος αυτός ο ξετσίπωτος κόσμος τον
διεκδικούσε. Διεκδικούσε έστω ένα μεγάλο μέρος του εαυτού του και τον
κρατούσε δέσμιο. Περνούσαν τελευταία, με ολοένα μεγαλύτερη ένταση, παρόμοιες
σκέψεις απ’ το μυαλό του. Φαίνεται ότι σ’ αυτές τις σκοτεινές δίνες της
επανάστασης του σώματος που είχε παραδοθεί δεν ήταν τόσο φιλελεύθερος όσο
νόμιζε. Εφόσον επέστρεφε ξανά σ’ αυτό το οφθαλμοπορνικό παζάρι της αγοραίας
σάρκας, πώς ήταν δηλαδή ελεύθερος. Ακόμα και οι ωραιότερες γυναίκες που είχε
γνωρίσει –και δεν ήταν λίγες, πριν από τον γάμο του– δεν είχαν καταφέρει να
τον βοηθήσουν ν’ απαλλαγεί απ’ αυτή την εξάρτηση. Τι υπήρχε, λοιπόν, μέσα του
που ήταν τόσο ανικανοποίητο; Όλο επέστρεφε, με το πρόσχημα ν’ ανακαλύψει τη
σούπερ ερωτική ταινία, από ποιοτική άποψη τάχα –τις σαβούρες που συνήθως
έπεφταν στα χέρια του έλεγε μετά πως τις σκυλοβαριόταν και τις σιχαινόταν– κι
ας ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατο να συμβεί κι απλώς ξεγελούσε τον εαυτό του.
Άραγε πότε θα έπαιρνε τέλος αυτή η ιστορία; αναρωτήθηκε ο Ναπολέων. Μάλλον
όταν θα τα τινάξω, έδωσε την απάντηση μόνος του, και διάλεξε απ’ το ράφι δυο
κομμάτια που είχε βάλει στο μάτι από την προηγούμενη φορά.
Έχωσε τις σεξοταινίες σε μια μαύρη πλαστική σακούλα κι έφυγε με χαμηλωμένο το
κεφάλι. Αποφάσισε να ξαναπάει προς τη μεριά του Πανεπιστημίου, μήπως βρει να
παρκάρει αυτή τη φορά. Είχε χάσει περίπου μισή ώρα, αλλά ήλπιζε να προλάβει
το συλλαλητήριο. Στον δρόμο σκεφτόταν με οργή όλους εκείνους που ήθελαν τον
πόλεμο. Το να επιμένουν, με διάφορα προσχήματα, να επιτεθούν σε μια χώρα τον
έβγαζε από τα ρούχα του. Φανταζόταν έναν κόσμο-ζούγκλα, όπου αυτοί που είχαν
τα όπλα και τη δύναμη θα επιβάλλονταν, αργά ή γρήγορα, πάνω στους άλλους και
θα τους έλιωναν ανελέητα κάτω από την μπότα τους, σαν σκουλήκια. Μήπως
καθημερινά δεν ζούσαν τέτοιες καταστάσεις; Όμως οι λαοί, αν και άοπλοι, δεν
μπορούσε να ‘ναι όμηροι κανενός, είχαν δύναμη, είχαν φωνή. Αυτό έπρεπε και
σήμερα να συμβεί. Να δοθεί στους ισχυρούς της γης ένα ηχηρό χαστούκι.
Θυμήθηκε τις σκηνές στην τηλεόραση. Τρανταχτό παρών έδιναν όλοι οι πολίτες,
όχι μόνο στον τόπο μας αλλά απανταχού της γης.
Με ανανεωμένη τη λαχτάρα του ο Ναπολέων πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Σχεδόν
αμέσως κατάλαβε το λάθος του. Η ουρά ήταν χειρότερη από πριν. Πήγαινε πάλι
σημειωτόν. Κι η ώρα περνούσε. Τώρα δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν αυτοί οι
άνθρωποι γύρω του σχολούσαν από τις δουλειές τους ή βρέθηκαν στο συλλαλητήριο
και το είχαν κιόλας διαλύσει.
Και,
ω του θαύματος, να μια θέση μπροστά του άδειαζε. Πάνω που είχε αρχίσει να
απογοητεύεται ότι θα γύριζε σπίτι του άπρακτος. Πάρκαρε και μετά πήρε να
κατηφορίζει βιαστικά μέσα στην κρύα μεσημεριάτικη λιακάδα. Οι πεζοί που
πλημμύριζαν τους δρόμους έρχονταν καταπάνω του από την αντίθετη κατεύθυνση, η
πορεία του διασταυρωνόταν με τη δική τους. Για μια στιγμή συλλογίστηκε πως
είχε τελειώσει η διαδήλωση και τζάμπα αυτός πήγαινε. Και πού πήγαινε; Δεν
ήξερε ακριβώς πού. Για μια στιγμή, σ’ ένα στενό, βρέθηκε αντιμέτωπος με τα
ΜΑΤ, που δεν του έδωσαν την παραμικρή σημασία. Συνέχισε να βαδίζει αντίθετα.
Εφόσον ο προορισμός των διαδηλωτών λογικά ήταν η πρεσβεία, θα κατευθυνόταν
προς τα εκεί. Κάποτε, έστω και καθυστερημένα, ακόμα και μόνος του θα έφτανε
σ’ εκείνο το σημείο, κι αυτό του αρκούσε. Θα μπορούσε να πει, παραπλανώντας
και τον εαυτό του, πως είχε λάβει μέρος στο συλλαλητήριο.
Ξαφνικά ένα περιοδικό κρεμασμένο στο περίπτερο τον σταμάτησε. Στο εξώφυλλο
μια γυμνόστηθη κοπέλα και τυλιγμένο σε σελοφάν το θρυλούμενο προκλητικό
δισκάκι μιας γνωστής σεξοβόμβας ηθοποιού. Τον έτρωγε από παλιά η περιέργεια
ν’ αποκτήσει αυτό το δισκάκι. Κοντοστάθηκε, πρώτα ας πάω εκεί που ξεκίνησα να
πάω, σκέφτηκε, μετά βλέπουμε. Κατέβηκε μέχρι την παραλία. Ο κόσμος είχε
αραιώσει. Δεν φαινόταν πια καμιά διαδήλωση, πουθενά. Μόνο λίγες παρέες που
έκοβαν βόλτες στο πλακόστρωτο και χαίρονταν τη λιακάδα. Έκανε μεταβολή,
διέγραψε έναν κύκλο γύρω στον Λευκό Πύργο και πήρε ν’ ανηφορίζει τον ίδιο
δρόμο προς την Έκθεση. Σταμάτησε στο περίπτερο ν’ αγοράσει το περιοδικό και,
τη στιγμή που το έκρυβε σε μια αδιαφανή σακούλα, ένιωσε πάλι σαν τον σκλάβο
στα δεσμά του.
Τώρα όμως βάδιζε κατά τη φορά του ρεύματος του κόσμου, όχι αντίθετα. Αν
κάποιος τον συναντούσε, αυτό που θα περνούσε χωρίς αμφιβολία από το μυαλό του
ήταν πως ερχόταν από την καρδιά της μεγαλειώδους διαδήλωσης που είχε
διαλυθεί, κατευθείαν από τον πυρήνα της λαϊκής διαμαρτυρίας. Η σκέψη αυτή τον
έκανε να ορθώσει το παράστημά του, αλλά επίσης ακαριαία ν’ αντιληφθεί πώς
λειτουργούσε ο περίεργος μηχανισμός που υπήρχε μέσα του ώστε τη μια στιγμή να
αισθάνεται δούλος και την άλλη ελεύθερος. Και πραγματικά έβλεπε –εκτός κι αν
ήταν ψευδαίσθηση– πλήθος κόσμου στη στάση απέναντί του που τον παρατηρούσε
καθώς διάβαινε το πεζοδρόμιο, ορθόκορμος και αποφασιστικός, θαρρείς
τροπαιοφόρος – στο βλέμμα τους να τρεμοπαίζει ένα κρυφός θαυμασμός, όπως όταν
αντικρίζεις έναν περήφανο αγωνιστή. Κατά βάθος βέβαια, σκεφτόταν σε κάποια
γωνιά του μυαλού του, ίσως άξιζε μόνο τη χλεύη τους, έτσι καθώς περνούσε από
μπροστά τους, με το ευτελές δισκάκι της σεξοβόμβας υπό μάλης.
Αντήχησε μια βροντερή φωνή. Τον καλούσαν με τ’ όνομά του από το ανοιχτό
παράθυρο ενός αμαξιού. Ήταν ένας φίλος του, συνδικαλιστής – αυτός τον είχε
παροτρύνει θερμά στο γραφείο χτες να πάει στο συλλαλητήριο. Η φωνή του είχε
κάτι το θριαμβικό. Του έκανε κι αυτός το σήμα της νίκης, κουνώντας το χέρι
του σαν νευρόσπαστο. Όλο το μπράτσο του άλλου πρόβαλε από το παράθυρο,
ανταποδίδοντας τη νικητήρια χειρονομία, που συνοδεύτηκε από ένα παρατεταμένο
κορνάρισμα.
Η κίνηση είχε αραιώσει, όλα ήταν πιο εύκολα τώρα. Έβαλε μπρος τ’ αμάξι του
και σε λίγο έφτασε στο σπίτι του.
«Ειρήνη!..» του είπε χαμογελώντας η κόρη του, μόλις πέρασε το κατώφλι.
Το ίδιο βράδυ, βλέποντας τις ειδήσεις, τον φώναξε από το διπλανό δωμάτιο,
όπου ήταν καταχωνιασμένος και ξεφύλλιζε το περιοδικό:
«Έλα, τρέξε, σε δείχνει η τηλεόραση… Εσύ δεν είσαι αυτός;»
«Δεν είμ’ εγώ…» απάντησε κοφτά ο Ναπολέων, πριν ακόμα δει τη σκηνή που τον
έδειχνε.
Θα μπορούσα όμως να ήμουν, σκεφτόταν μελαγχολικά από μέσα του.
Ο Τάσος
Καλούτσας γεννήθηκε το 1948 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Σπούδασε στη
Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και εργάζεται ως καθηγητής
στη μέση εκπαίδευση. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1983 με διηγήματα στο
περιοδικό Διαγώνιος. Κείμενά του έχουν
δημοσιευτεί και σε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά. Το συγγραφικό του έργο
περιλαμβάνει τα βιβλία Το κελεπούρι και άλλα διηγήματα (1987-1997), Το
κλαμπ και άλλα διηγήματα (1990), Αλήθεια και βίωμα στα διηγήματα της
"Κάτω βόλτας" του Ντίνου Χριστιανόπουλου (μελέτη, 1990), Το
καινούριο αμάξι (διηγήματα, 1995), Το τραγούδι των σειρήνων
(διηγήματα, 2000, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος και Βραβείο Διηγήματος του
περιοδικού Διαβάζω), Η ωραιότερη μέρα της (διηγήματα, 2010).
Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, τα αγγλικά και τα ολλανδικά.
Το διήγημα «Το
συλλαλητήριο» περιλαμβάνεται στη συλλογή Η ωραιότερη μέρα της (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2010).
|
THE DEMONSTRATION Mrs Kathleen Ann O'Donnell
Thirty five years ago, when
Napoleon was still young, a certain famous writer said that the true
revolution of the century was pornography and of that he felt a hundred
percent certain. He believed that he had felt the pulse of the
epoch. At the same time, more or less, the political changeover began
and young people, particularly the student population, had plunged themselves
into political literature with a passion: this need was ignited by their
desire to never relive a dark junta, like the one which they had left behind.
Napoleon had convinced himself that his destiny would be determined by the
battle of these two tendencies inside him. He believed it when he
devoured the thick books concerning social justice, which had been stacked on
the shelves of his bookcase. But also when he and his contemporaries
would flock to cinemas where pornographic films were shown freely. Full of
fun, they would blow up condoms and throw them in the air, screaming
enthusiastically.
Now
he was a loner. It was some time since he had lost his wife and he lived
with his children. Withdrawn in his room, he had all the time to reflect
on his life. People around him were from another world but he persisted
in own singular rift. From the lowest strata of his existence rose the
masterful voice of the flesh, which led him to his old
habits: ideologies declined, he thought, but the revolution was about material,
that is to say, the body, and from how it seemed, it would be
unrelieved. On the other hand, he felt that his social and political
sentiments kept him at a high standard, which because of the change in
climate and of the time had become universal. Moreover, pornography
gradually departed from cinemas and had been installed into people’s homes
with all the latest ploys, mainly from the Net, which spread private sexual
pleasure unsparingly, over the globe. Napoleon tried to keep a balance
between the two, although not always with the same success.
On the day when the largest protest march of the last few years took place,
not only in Greece but simultaneously all over the world, against the
politics which instigated the war in Iraq, so as to retain the sanity of
peace, he himself started the morning with his shopping. A neighbour of
his asked him:
“Are you going on the march?”
And Napoleon, suddenly feeling
somewhat ashamed, became aware that he had almost forgotten about
it. Although at work, it had been talked about continuously, he had
arranged some other errands during his spare time on Saturday morning, which
included one where he would pass by the video shop for a new pornographic
video. So he replied in an indecisive fashion.
Nevertheless, at midday when he was watching television with his children it
showed not only people swarming into the capital but also into their
town. They saw episodes of street fights which broke out between hoodies
and the MAT (Riot Police) which infuriated him. First of all the crowd
hoisted different banners with self-sacrifice and passion, as though they
wanted to rub them into the faces of all those in the bellicose police
force. At once he felt something rise in revolt inside him.
“I’m going to go too!” he told them decidedly and they looked at him with a
hint of pride as though he were a hero. Nevertheless, Napoleon, as head
of the family, had aspired to show them only this part of his
character: he was very careful about this subject.
He
got up and dressed quickly. He thought he would go by car, leaving it
somewhere further on, and from there he would continue on foot until he
joined the crowd on the seafront and would follow the demonstration, which
would end up, naturally, (where else?) in front of the embassy of the country
which planned the invasion of Iraq.
It became a real to do. There was a mass of cars in front and he joined the line of traffic. In vain some pedestrians tried to hail a taxi. He stopped to park on a pavement, near the university. It was impossible. So he got into the queue again. Where would he leave the car? The wave of traffic swept everything along and further than his destination. In the end he found the road near to his video shop. The idea of going to hire videos first began to plague his mind… He was not going to be late; he had to have a time limit. He wavered, as usual. To return to park the car was not possible. Subsequently, he made up his mind. He would go to the video shop.
He preferred this time of day because everything was quiet and
discreet. A young man at the till seemed like an ally to him; an
affable fellow. And he did not stare as though he was reproving
him. He belonged to the generation who had grown up thinking that
pornography was a completely natural matter. Nothing surprised
him. He never so much as noticed that Napoleon’s hair was white at the
temple. Someone else in his place may have considered Napoleon
differently. He, himself, moreover, had checked out his face in the
mirror concluding that he was nothing more than a hypocrite, a lost
generation, which had tied itself in knots every where and in which nothing
mattered except its personal pleasure – everything else was simply a
smoke-screen. Certainly no one compelled him to feel that age itself, on
its own, placed some obstacle in the choices of people.
He went up the winding staircase; the floor above was empty; he had it to
himself. The tape boxes were spread all round the shelves; a
multi-coloured illustrated carnal feast; a world for adults which surely had
the right to rule over the way they wanted to live their lives. Every
time there was a new crop, it was a more daring taste, more extreme….
Suddenly he felt terrified when he thought of how this entire shameless world
was vindicated by him. It was claiming a great part of him and he was
being kept captive. Lately, he was experiencing, always with greater
intensity, similar thoughts in his mind. It seemed that this dark
whirlpool of his body’s rebellion to which he had indulged in was not as free
as he thought. As long as he could return again to this lecherous bazaar
of coarse flesh, that it was, so to say, free. Even though the most
beautiful women whom he had known – and there were quite a few, before his
marriage – they did not help to free him from his addiction. What was
there, after all? What was this thing inside him that was so
unsatisfied; he always returned with the same excuse to discover the
super-erotic film supposedly searching from the quality point of view, so to
speak – the rubbish which he usually came across, he said afterwards, how he
was bored stiff with it and found it repulsive – and he knew that it was
impossible to happen in reality and he was simply fooling
himself. He wondered when this whole thing would
end. Napoleon asked himself “Perhaps when I pop off!” was the reply he
gave himself and he chose two videotapes from the shelf, which he had had his
eye on from his last visit.
He shoved the sex videos in a black plastic bag and he left with his head
down. He decided to go again in the direction of the
university. Perhaps he would find a place to park this time. He had
lost about half an hour, but he hoped to be in time for the
demonstration. On the road he thought in indignation about all those
people who wanted the war. They insisted on it, with various pretexts,
to attack a country; it enraged him. He imagined a world-jungle, where
those who had weapons and power would exercise control, over the others. They
would trample on them pitilessly with their boots, like worms. Perhaps
they lived through such situations daily? But although the people were
unarmed and could not take anyone hostage, they had power; they had a
voice. Let the mighty of the world be given a resounding slap in the
face. He remembered the scenes on the television. There was a
booming presence given to all citizens, not only in our town but all over the
world.
With renewed eagerness, Napoleon took the road back. Almost immediately
he understood his mistake. It was worse than before. Again he went at a
crawl. And time was passing… Now he could not make out if these
people around him had finished work or were part of the demonstration which
had already dispersed.
O for a miracle to find an empty place in front! He parked his car above
where he had started to become discouraged that he would return home not
having participated, and then descended in a hurry into the chilly early
afternoon sunshine. The pedestrians that thronged the streets were
coming at him from the opposite direction; his march intersected into
theirs. For a moment he contemplated that the protest march had ended
and it would be a waste of time for him to go. Where would he
go? He did not know exactly. For a moment, in a narrow road, he
found himself face to face with the MAT, who did not take the slightest
notice of him. He continued walking in the opposite
direction. Logically, the aim of the demonstrators was the
embassy. So he would make his way towards it. Somewhat late, even on his
own, he would reach that spot and that would suffice. He could say, and
deceiving even himself, that he had taken part in the protest march.
Suddenly a magazine hanging up at a kiosk made him stop. On the cover
was a bare-breasted girl and wrapped in cellophane was the legendary
provoking tape of a well-known actress – a sex-bomb. This curiosity to
acquire this tape had been gnawing at him for long time. He paused
first. “I must go there; where I began to go,” he thought. “Then
we’ll see.” He went towards the sea-front. The crowd had
thinned out. There did not seem to be any demonstration
anywhere. Only some groups which slackened their walk on the pavement
and greeted the sunshine. He did an about-turn. He circled round
the White Tower once and went to go up the same road towards the Exhibition
Centre. He stopped at the kiosk and bought the magazine. The moment
that he hid it in an opaque bag, he once again began to feel like a slave in
chains.
Now, however, he headed away from the stream of people, not towards
them. If someone met him that was passing, without doubt, they would
think he was coming from the heart of the awe-inspiring demonstration, which
had been directed by the working-class population. This thought made him
straighten his poise. But he also felt instantly aware of how the
strange mechanism in his mind was working; at one moment he felt like a pawn
and the next he felt free. And really he saw it – unless it was an
illusion – a crowd of people at the stop in front of him, whom he was observing
just as he was crossing the road; erect and decisive, courageous and
victorious. In their glances there was a flicker of a secret miracle
similar to that of a proud fighter. Basically deep down, certainly a
part of his mind was thinking, perhaps he deserved only their jeering as he
passed in front of them with the sordid video of the sex-bomb under his arm.
A loud voice rang out. It called out his name from an open window of a
car. It was his friend, the trade unionist – he who had urged him in earnest
in the office yesterday to go to the demonstration. His voice had
something triumphant about it. He gave him the victory sign, shaking
his hand like a puppet. He stuck out his other entire arm from the
window, reciprocating the victory gesture, which was accompanied by a
prolonged sounding of the horn.
The traffic had thinned out; everything was easy now. He
drove off and got home shortly.
“Peace!” said his daughter smiling at him, as soon as he came through the
door.
The same evening, watching the news, she called out to him from the next
room, where he was deep into turning the pages of the magazine:
“Come here! Run! You’re on the television…. Isn’t that you?”
“It’s not me….” Napoleon replied sharply, before he had seen the screen,
which was showing him.
It could have been me, however, he thought gloomily to himself.
Tassos Kaloutsas, born
in 1948, lives in his birthplace, Thessaloniki. He studied in the University
of Thessaloniki (Faculty of Philosophy) and works as a secondary teacher. He
made his debut in 1983 with short stories published in the periodical Diagonios.
His work has also appeared in other literary journals. His output comprises
the books, The Windfall and Other Stories (1987-1997), The Club
and Other Stories (1990), Truth and Experience in the Short Stories of
‘Kato Volta’ (Detrioration) by Dinos Christianopoulos (study, 1990),
The New Car (short stories, 1995), The Song of the Sirens, (short
stories, 2000, State Prize and the Diavazo journal Short Story Prize),
Her Greatest Day (short stories, 2010). His stories have been
translated into German, English and Dutch.
The short story “The
Demonstration” is included in his collection Her Best Day (Metaichmio,
2010).
|
Τετάρτη 13 Μαΐου 2020
ΤΑΣΟΣ ΚΑΛΟΥΤΣΑΣ - THE BEST MODERN GREEK SHORT STORIES
-
Η ΑΡΡΩΣΤΙΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΑ ΠΑΛΙΑ Τάσος Καλούτσας «Τι κάνει σήμερα η γιαγιά;» ρώτησα την Ιβάνκα, βγαίνοντας στο μπαλκονά...
-
EXORCISM By Vassilis C. Militsis Father Parthenios, abbot of the monastery of Our Beatific Holy Lady, was a 75-year-old man, of...
-
Ο ΔΟΚΗΣΙΣΟΦΟΣ του Ανδρέα Λασκαράτου (1811-1901) Ο δοκησίσοφος έλαβε από τη φύση του το χάρισμα του ...

