Σάββατο 10 Απριλίου 2021

ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ - ARTHUR C. CLARKE


 

Ο ΦΡΟΥΡΟΣ

 


Άρθουρ Κλαρκ

Απόδοση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

Την επόμενη φορά που θα δείτε την πανσέληνο ψηλά στον νότο, κοιτάξτε προσεκτικά  τη δεξιά της άκρη και αφήστε το μάτι σας να περιπλανηθεί προς τα επάνω κατά μήκος της καμπύλης του δίσκου. Στη θέση ‘δύο η ώρα’ θα παρατηρήσετε ένα μικρό, σκοτεινό ωοειδές σημαδάκι: ο καθένας με κανονική όραση μπορεί να το εντοπίσει με ευκολία. Πρόκειται για τη μεγάλη περιτειχισμένη πεδιάδα, μια από της ωραιότερες της Σελήνης, γνωστή ως Mare Crisium – η Θάλασσα των Κρίσεων


 Mare Crisium –  Θάλασσα των Κρίσεων.

Με διάμετρο τριακοσίων μιλίων, και σχεδόν εντελώς περιτριγυρισμένη από έναν δακτύλιο επιβλητικών βουνών, δεν είχε ποτέ εξερευνηθεί μέχρι να προσσεληνωθούμε εκεί στα τέλη του καλοκαιριού του 1996. Η αποστολή μας ήταν σπουδαία. Είχαμε δύο φορτηγά σκάφη τα οποία μετέφεραν τις προμήθειες και τον εξοπλισμό μας από τη Θάλασσα της Ηρεμίας


 Mare Serenitatis - Θάλασσα της Ηρεμίας

την κύρια σεληνιακή βάση, σε απόσταση πεντακοσίων μιλίων. Είχαμε επίσης τρεις μικρούς πυραύλους, προορισμένους για μικρής εμβέλειας μεταφορά πάνω από περιοχές που δεν μπορούσαν να διασχίσουν τα οχήματα επιφανείας. Ευτυχώς το μεγαλύτερο μέρος της Θάλασσας των Κρίσεων είναι εξαιρετικά επίπεδο. Δεν υπάρχουν καθόλου εκείνα τα βαθιά ρήγματα, τα τόσο συνηθισμένα και επικίνδυνα που βρίσκεις αλλού, και πολύ λίγοι κρατήρες, κι ούτε βουνά, χαμηλά ή ψηλά. Απ’ όσο μπορούσαμε να κρίνουμε, τα δυνατά μας ερπυστριοφόρα οχήματα δεν θα αντιμετώπιζαν καμιά δυσκολία να μας μεταφέρουν οπουδήποτε θα θέλαμε να πάμε. Εγώ ήμουν γεωλόγος – ή μάλλον σεληνολόγος αν θέλετε να εξετάσετε την ιδιότητά μου με περισσότερη σχολαστικότητα – και επικεφαλής της εξερευνητικής ομάδας. Η ομάδα εξερευνούσε τη νότια περιοχή της Θάλασσας. Είχαμε διασχίσει εκατό μίλια της περιοχής σε μια βδομάδα, παρακάμπτοντας τους πρόποδες των βουνών κατά μήκος της ακτογραμμής μιας κάποτε αρχαίας θάλασσας πριν από μερικά δισεκατομμύρια χρόνια. Την εποχή που εμφανιζόταν η ζωή στη Γη, εδώ ήδη άρχιζε να πεθαίνει. Τα νερά υποχωρούσαν από τις πλαγιές εκείνων των τρομακτικών βράχων και χάνονταν μέσα στο άδειο κέντρο της Σελήνης. Σ’ όλη την έκταση του εδάφους που διασχίζαμε ο πάλαι ποτέ, χωρίς παλίρροιες, ωκεανός είχε βάθος μισού μιλίου, και τώρα τα μόνα ίχνη υγρασίας ήταν η γκριζωπή πάχνη που εύρισκες μέσα σε σπήλαια τα οποία ποτέ δεν διαπερνούσε το καυτό ηλιακό φως. Είχαμε ξεκινήσει τη διαδρομή μας νωρίς κατά την νωχελική σεληνιακή αυγή, και ακόμη είχαμε σχεδόν μιας γήινης βδομάδας χρόνο μέχρι να πέσει η σεληνιακή νύχτα. Έξι φορές τη μέρα θα σταματούσαμε το όχημά μας και θα βγαίναμε έξω φορώντας τις διαστημικές στολές για να ψάξουμε να βρούμε ενδιαφέροντα πετρώματα, ή να τοποθετήσουμε δείκτες για καθοδήγηση μελλοντικών εξερευνητών. Ήταν μια συνηθισμένη ρουτίνα. Δεν υπάρχει τίποτε επικίνδυνο ή ακόμη ιδιαίτερα συναρπαστικό όσον αφορά την εξερεύνηση της Σελήνης. Μπορούσαμε να ζήσουμε άνετα για ένα μήνα μέσα στα ερπυστριοφόρα μας σε κανονική ατμοσφαιρική πίεση, με άφθονο αέρα για ν’ αναπνέουμε, κι αν μας τύχαινε κάποιο πρόβλημα, θα μπορούσαμε πάντα να καλέσουμε βοήθεια μέσω του ασυρμάτου μας ενώ εμείς θα περιμέναμε ήρεμοι μέσα στις στολές μας μέχρι να φτάσει ένα από τα πλοία προς διάσωσή μας. Πριν από λίγο ανέφερα πως δεν υπήρχε κάτι συναρπαστικό σχετικά με την εξερεύνηση της Σελήνης, αλλά φυσικά αυτό δεν ισχύει. Ποτέ δεν κουράζεσαι να θαυμάζεις τα απίστευτα σεληνιακά βουνά, τα τόσο πιο κακοτράχαλα από εκείνα της Γης που συγκριτικά μοιάζουν περισσότερο με ήπιους λόφους. Ποτέ δεν ξέραμε, καθώς παρακάμπταμε τα ακρωτήρια και τους κάβους εκείνης της εξαφανισμένης θάλασσας, τι καινούργιες, απόλυτες ομορφιές θα μας αποκαλύπτονταν. Ολόκληρη η νότια καμπύλη της Θάλασσας των Κρίσεων είναι ένα απέραντο δέλτα όπου αποτελούσε τις εκβολές δεκάδων ποταμών μέσα στον ωκεανό, οι οποίοι τροφοδοτούνταν από καταρρακτώδεις βροχές που σφυροκοπούσαν τα βουνά κατά τη διάρκεια της σύντομης ηφαιστειακής εποχής όταν η Σελήνη βρισκόταν ακόμη στη νεότητά της. Κάθε μια από τις αρχαίες κοιλάδες ήταν μια πρόσκληση που μας προκαλούσε ν’ αναρριχηθούμε  στα άγνωστα υψίπεδα πέρα από τις κορυφές. Είχαμε, όμως, άλλα εκατό μίλια να διανύσουμε, και το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να ατενίζουμε με λαχτάρα εκείνα τα ύψη που κάποιοι άλλοι έμελλε να κατακτήσουν.

Διατηρούσαμε τη γήινη ώρα στο όχημά μας, και ακριβώς στις 22.00 θα στέλναμε το τελευταίο ραδιομήνυμα στη Βάση και θα κλείναμε για τη μέρα. Απέξω, οι βράχοι πυρακτώνονταν κάτω από τον σχεδόν κατακόρυφο ήλιο, αλλά για εμάς ήταν νύχτα και θα ξυπνούσαμε μετά από οχτώ ώρες. Και τότε ένας από την ομάδα θα προετοίμαζε το πρωινό, θα ακουγόταν ένα δυνατό βουητό από ηλεκτρικά ξυράφια, και κάποιος θα άνοιγε τη ραδιοφωνική λήψη στα βραχέα από τη Γη. Πράγματι, όταν η μυρωδιά των τηγανιτών λουκάνικων άρχιζε να γεμίζει την καμπίνα, ήταν μερικές φορές δύσκολο να πιστέψουμε ότι δεν ήμασταν πίσω στον δικό μας κόσμο – όλα ήταν τόσο κανονικά και απλά, εκτός από το αίσθημα του μειωμένου βάρους μας και την αφύσικη βραδύτητα της πτώσης των αντικειμένων. Ήταν η σειρά μου να φτιάξω το πρωινό στη γωνία της κύριας καμπίνας που λειτουργούσε και σαν μαγειρείο. Μπορώ να θυμηθώ εκείνη τη στιγμή πολύ έντονα, αν κι έχουν περάσει χρόνια, που το ραδιόφωνο έπαιζε μια από την αγαπημένες μου μελωδίες, έναν παλιό σκοπό από την Ουαλία,  ‘David of the White Rock’. Ο οδηγός μας ήταν ήδη έξω ντυμένος στη στολή του και έλεγχε τις ερπύστριες. Ο βοηθός μου, Λούις Γκάρνετ, βρισκόταν μπροστά στη θέση ελέγχου και ενημέρωνε το ημερολόγιο του σκάφους με τα κάπως καθυστερημένα συμβάντα της προηγούμενης μέρας. Καθώς στεκόμουν πάνω από το τηγάνι και περίμενα, σαν κάθε γήινη νοικοκυρά, να πάρουν χρώμα τα λουκάνικα, άφησα τη ματιά μου να περιπλανηθεί βαριεστημένα πάνω από τις κάθετες βουνοπλαγιές που κάλυπταν ολόκληρο τον νότιο ορίζοντα και εκτείνονταν εκτός του οπτικού μου πεδίου από την ανατολή μέχρι τη δύση κάτω από την καμπυλότητα της Σελήνης. Έδειχναν να είναι ένα ή δυο μίλια μακριά από το ερπυστριοφόρο μας όχημα, αλλά εγώ ήξερα πως το κοντινότερο βουνό ήταν είκοσι μίλια μακριά μας. Στη Σελήνη, φυσικά, φαίνονται καθαρά όλες οι λεπτομέρειες ανεξαρτήτως αποστάσεως – όχι όπως στη Γη όπου εκείνη η σχεδόν ανεπαίσθητη αχλή απαλύνει και ενίοτε παραμορφώνει απομακρυσμένα πράγματα.

Τα βουνά εκείνα είχαν τρεις χιλιάδες τριακόσια μέτρα υψόμετρο, και ορθώνονταν κάθετα προς την πεδιάδα λες και κάποια υποσελήνεια έκρηξη τα εκτίναξε προς τα πάνω έξω από τον λιωμένο φλοιό. Οι πρόποδες του πιο κοντινού βουνού δεν ήταν ορατοί γιατί τους έκρυβε η απότομη κυρτότητα της πεδιάδας. Η Σελήνη είναι ένας πολύ μικρός κόσμος, και από το μέρος που στεκόμουν ο ορίζοντας απείχε μόνο δυο μίλια. Σήκωσα τα μάτια μου προς τις κορυφές που κανείς ποτέ δεν ανέβηκε, τις κορυφές που, πριν την έλευση της ανθρώπινης ζωής, είχαν γίνει μάρτυρες των ωκεανών που υποχωρούσαν και βυθίζονταν βλοσυρά στον τάφο τους, παίρνοντας μαζί τους την ελπίδα και την αυγινή επαγγελία ενός κόσμου. Το φως του ήλιου έπληττε εκείνες τις επάλξεις με πυρακτωμένη λάμψη που σου πλήγωνε τα μάτια, κι όμως λίγο πιο πάνω τα αστέρια έλαμπαν σταθερά σ’ έναν ουρανό πιο μαύρο από μια χειμωνιάτικη νύχτα στη Γη. Ενώ γύριζα να κοιτάξω αλλού, το μάτι μου έπιασε ένα λαμπύρισμα ψηλά πάνω στη ράχη ενός μεγάλου ακρωτηρίου που χωνόταν μέσα στη ‘θάλασσα’ τριάντα μίλια προς δυσμάς. Ήταν ένα σημάδι φωτός χωρίς διαστάσεις, λες μια από εκείνες τις αγριωπές κορυφές είχε ξεκολλήσει ένα αστέρι από το στερέωμα. Φαντάστηκα πως κάποια λεία βραχώδης επιφάνεια αντανακλούσε το φως του ήλιου κατευθείαν πάνω στα μάτια μου. Τέτοια φαινόμενα ήταν συνηθισμένα. Όταν η Σελήνη είναι στο δεύτερο τέταρτο, παρατηρητές από τη Γη μπορούν μερικές φορές να βλέπουν τις μεγάλες οροσειρές του Ωκεανού των Καταιγίδων 


 Ωκεανός των Καταιγίδων

να λαμποκοπούν με έναν κυανόλευκο ιριδισμό καθώς το φως του ήλιου καθρεφτίζεται πάνω στις πλαγιές και αντανακλάται από κόσμο σε κόσμο. Εγώ, όμως, ήμουν περίεργος να μάθω τι είδους πέτρωμα μπορούσε να λάμπει τόσο έντονα εκεί πάνω. Έτσι ανέβηκα στον πυργίσκο παρατήρησης και έστρεψα το τηλεσκόπιο των τεσσάρων ιντσών προς δυσμάς. Μπόρεσα να δω αρκετά για να μου εξάψουν την περιέργεια. Ευδιάκριτα και έντονα στο οπτικό μου πεδίο, οι βουνοκορφές έδειχναν να είναι μόνο μισό μίλι μακριά, αλλά αυτό που αιχμαλώτιζε το φως του ήλιου παραήταν μικρό για να αναλυθεί. Κι όμως φαινόταν να έχει μια φευγαλέα συμμετρία, και η κορυφή πάνω στην οποία βρισκόταν ήταν κατά περίεργο τρόπο επίπεδη. Παρατηρούσα επισταμένως για πολλή ώρα εκείνο το λαμπερό αίνιγμα, ζορίζοντας τα μάτια μου στο διάστημα όταν αμέσως η μυρουδιά από κάτι να καίγεται στην κουζίνα μ’ έκανε ν’ αντιληφθώ ότι τα λουκάνικα του κάκου έκαναν ένα ταξίδι 250.000 μίλια. Όλο εκείνο το πρωινό διασχίζαμε τη Θάλασσα των Κρίσεων διαφωνώντας ενώ τα δυτικά βουνά όλο και υψώνονταν προς τον ουρανό. Ακόμη κι όταν ήμασταν έξω με τις στολές μας ψάχνοντας για πετρώματα, η συζήτηση συνεχιζόταν μέσω ραδιοεπικοινωνίας. Ήταν απολύτως βέβαιο, ισχυρίζονταν οι σύντροφοί μου, ότι ποτέ δεν υπήρξε νοήμων ζωή στη Σελήνη. Τα μόνα ζωντανά είδη που είχαν ποτέ υπάρξει ήταν κάτι λιγοστά πρωτόγονα φυτά καθώς και οι ελαφρώς λιγότερο εκφυλισμένοι πρόγονοί τους. Το ήξερα όπως όλοι, αλλά υπάρχουν φορές που ένας επιστήμονας δεν πρέπει να φοβάται μήπως γελοιοποιηθεί. «Ακούστε», είπα επιτέλους, «εγώ θ’ ανέβω εκεί πάνω, μόνο και μόνο για τη δική μου ηρεμία. Το βουνό εκείνο δεν είναι παρά λιγότερο από τέσσερις χιλιάδες μέτρα – πράγμα που ισοδυναμεί μόνο γύρω στα εφτακόσια μέτρα σε γήινη βαρύτητα – και μπορώ να κάνω την ανάβαση μένοντας εικοσιτέσσερις ώρες απέξω. Πάντοτε ήθελα να ανέβω σ’ εκείνα τα βουνά, έτσι κι αλλιώς, και τούτο μου δίνει μια καλή δικαιολογία. «Αν δεν γκρεμοτσακιστείς», είπε ο Γκάρνετ, «θα γίνεις ο περίγελως της αποστολής όταν γυρίσουμε στη Βάση. Κι εκείνο το βουνό θα το ονομάσουν ‘Η Ανοησία του Ουίλσον’ από δω και στο εξής».

«Δεν θα γκρεμοτσακιστώ», είπα με σταθερή φωνή. «Ποιος ήταν ο πρώτος άνθρωπος που κατάκτησε το Πίκο και τον Ελικώνα;»

«Ναι, αλλά δεν ήσουν μάλλον νεώτερος τότε;» ρώτησε ο Λούις συνεσταλμένα.

«Αυτός», είπα με αξιοπρέπεια, «είναι ένας καλός λόγος για να πάω».

Πέσαμε για ύπνο νωρίς εκείνη τη νύχτα, έχοντας φτάσει με το ερπυστριοφόρο μέσα σε μισό μίλι από το ακρωτήριο. Ο Γκάρνετ θα ερχόταν μαζί μου το επόμενο πρωί. Ήταν καλός ορειβάτης και συχνά ήμασταν μαζί σε τέτοια κατορθώματα στο παρελθόν. Ο οδηγός μας καταχάρηκε που θα τον αφήναμε επικεφαλής του οχήματος. Σε πρώτη ματιά εκείνα τα κακοτράχαλα ύψη φαίνονταν εντελώς απρόσιτα, αλλά σε κάποιον που είχε μια καλή γνώση για τα ύψη, το ανέβασμά τους είναι εύκολο σ’ έναν κόσμο όπου όλα τα αντικείμενα ζυγίζουν μόνο το ένα έκτο του κανονικού γήινου βάρους τους. Ο πραγματικός κίνδυνος στη σεληνιακή ορειβασία έγκειται στην υπερβολική αυτοπεποίθηση του ορειβάτη. Μια πτώση από ύψος διακοσίων μέτρων στη Σελήνη μπορεί θα αποβεί θανατηφόρο γιατί είναι σαν να πέφτεις από τριάντα τρία μέτρα στη Γη. Κάναμε την πρώτη μας στάση σε μια πλατιά προεξοχή του βράχου σε ύψος χιλίων τριακοσίων μέτρων πάνω από την πεδιάδα. Η αναρρίχηση δεν ήταν και πολύ δύσκολη, αλλά τα πόδια μου είχαν μουδιάσει από την ασυνήθιστη προσπάθεια, κι έτσι χάρηκα για την ξεκούραση. Βλέπαμε το ερπυστριοφόρο σαν ένα μικροσκοπικό μεταλλικό έντομο εκεί κάτω στους πρόποδες των βράχων, και δώσαμε αναφορά στον οδηγό πριν επιχειρήσουμε την επόμενη ανάβαση. Μέσα στις στολές μας ήμασταν άνετα δροσεροί, επειδή η μονάδες ψύξης αντιστέκονταν σθεναρά στην σφοδρή ηλιακή πυράκτωση και απέβαλλαν τη σωματική μας θερμότητα από την καταβαλλόμενη προσπάθειά μας. Δε μιλούσαμε και πολύ μεταξύ μας, εκτός κι αν έπρεπε να δώσουμε οδηγίες σχετικά με την αναρρίχηση και να συζητήσουμε το καλύτερό μας σχέδιο για την ανάβαση. Δεν ξέρω τι σκεφτόταν ο Γκάρνετ. Ίσως το εγχείρημά μας να ήταν  το πιο τρελό κυνήγι χίμαιρας που είχαμε κάνει ποτέ. Και παραπάνω από λίγο συμφωνούσα κι εγώ μαζί του, αλλά η χαρά της αναρρίχησης και η γνώση ότι κανείς δεν είχε βρεθεί εκεί πριν από μας καθώς και η απολαυστική θέα ενός σταθερά ευρυνόμενου τοπίου μου έδωσε την ανταμοιβή που ήθελα.

Δε νομίζω ότι ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα που είδα μπροστά μας το τείχος του βράχου που είχα εξετάσει με λεπτομέρεια με το τηλεσκόπιο από απόσταση τριάντα μιλίων. Το τείχος γινόταν επίπεδο δεκαεφτά μέτρα πάνω από τα κεφάλια μας, κι εκεί πάνω στο ίσιωμα θα βρίσκαμε το αντικείμενο που με δελέασε να το βρω διασχίζοντας εκείνες τις άγονες ερημιές. Το τείχος αυτό δεν ήταν παρά ένας τεράστιος ογκόλιθος, που θρυμματίστηκε από έναν μετεωρίτη πριν από γεωλογικούς αιώνες, με τα ρήγματά της ακόμη νωπά και λαμπερά μέσα σ’ αυτήν την αιώνια  και αμετάβλητη σιωπή. Δεν υπήρχαν προεξοχές για να πιαστούμε στην πρόσοψη του βράχου, γι’ αυτό έπρεπε να χρησιμοποιήσουμε αρπάγες. Τα κουρασμένα μου χέρια φάνηκαν ν’ ανακτούν καινούργια δύναμη καθώς στριφογύρισα την τριπλή αρπάγη γύρω από το κεφάλι μου σαν λάσο και την εκσφενδόνισα προς τα πάνω. Την πρώτη φορά που τράβηξα το σχοινί, δεν έπιασε και έπεσε αργά προς τα κάτω. Κατά την τρίτη μας προσπάθεια, τα δόντια γράπωσαν σταθερά και το συνδυασμένο μας βάρος δεν μπόρεσε να την ξεκολλήσει από τη θέση της. Ο Γκάρνετ με κοίταξε με ανυπομονησία. Έβλεπα πως ήθελε ν’ ανέβει πρώτος, αλλά του χαμογέλασα μέσα από το γυαλί του κράνους μου και κούνησα αρνητικά το κεφάλι. Αργά και με την άνεσή μου ξεκίνησα για την τελική ανάβαση. Και με τη στολή μου ακόμη δε ζύγιζα παρά μόνο είκοσι κιλά εδώ, κι έτσι τράβηξα τον εαυτό μου προς τα πάνω χέρι – χέρι χωρίς καν να χρησιμοποιήσω τα πόδια μου. Στο χείλος του βράχου στάθηκα για λίγο και κούνησα το χέρι μου στον σύντροφό μου. Κατόπιν σκαρφάλωσα πάνω από την άκρη και στάθηκα ολόρθος ατενίζοντας μπροστά μου.

Πρέπει να καταλάβετε πως μέχρι τότε ήμουν εντελώς πεπεισμένος ότι δεν υπήρχε τίποτε το παράξενο ή το ασυνήθιστο που μπορούσα να βρω εκεί. Σχεδόν, αλλά όχι εντελώς. Ήταν εκείνη η αμφιβολία που με στοίχειωνε που με είχε παρακινήσει να έρθω μέχρις εδώ. Αλλά τώρα, δεν ήταν πλέον μια αμφιβολία, αλλά εκείνο που με στοίχειωνε δεν είχε καλά – καλά αρχίσει. Στεκόμουν  σ’ ένα πλάτωμα περίπου τριάντα μέτρα από τη μια μεριά στην άλλη. Κάποτε ήταν λείο – παραήταν λείο για να είναι φυσικό – αλλά η πτώση μετεωριτών είχαν σημαδέψει με βαθιά ρήγματα την επιφάνειά του κατά τη διάρκεια των αμέτρητων αιώνων. Είχε ισοπεδωθεί να στηρίξει μια λαμπερή κατασκευή σε σχήμα πυραμίδας, διπλάσια σε ύψος ενός ανθρώπου, η οποία είχε τοποθετηθεί εκεί σαν ένα γιγάντιο, πολύεδρο πετράδι. Στις πρώτες λίγες στιγμές δεν ένιωσα καμιά απολύτως συγκίνηση. Μετά αισθάνθηκα μια μεγάλη ανάταση της καρδιάς μου καθώς και μια παράξενη, ανέκφραστη χαρά. Διότι αγαπούσα τη Σελήνη και τώρα ήξερα πως οι έρπουσες λειχήνες που υπήρχαν κατά τον Αρίσταρχο και Ερατοσθένη δεν ήταν η μόνη ζωή που είχε ακμάσει κατά τη νεότητά της. Το παλιό, απομυθοποιημένο όνειρο των πρώτων εξερευνητών έβγαινε αληθινό. Εντέλει υπήρξε κάποτε ένας σεληνιακός πολιτισμός – κι εγώ έμελλε να ήμουν ο πρώτος που τον ανακάλυπτε. Το ότι είχα αργήσει ίσως εκατό εκατομμύρια χρόνια δεν με πείραζε. Αρκούσε μόνο που ήρθα. Το μυαλό μου άρχιζε να λειτουργεί κανονικά, ν’ αναλύει και να θέτει ερωτήματα. Ήταν τούτο ένα κτίσμα, ένας βωμός ή κάτι άλλο που δεν εκφράζεται στη γλώσσα μας;

Εάν επρόκειτο για κτίσμα, γιατί κατασκευάστηκε σ’ ένα τόσο μοναδικά απρόσιτο σημείο; Αναρωτήθηκα  αν ήταν ναός, και φανταζόμουν τους λειτουργούς κάποιου παράξενου ιερατείου να επικαλείται τους θεούς τους να τους προστατεύει καθώς η ζωή στη Σελήνη εξαφανιζόταν βαθμηδόν μαζί με τον θάνατο των ωκεανών, αλλά μάταια τους παρακαλούσαν. Προχώρησα καμιά δωδεκαριά βήματα για να εξετάσω το αντικείμενο από πιο κοντά, αλλά κάτι σαν προειδοποίηση μ’ εμπόδισε να πλησιάσω πάρα πολύ κοντά. Λίγα πράγματα ήξερα από αρχαιολογία, και προσπάθησα να μαντέψω το επίπεδο του πολιτισμού που θα λείανε την κορυφή του βουνού και θα εγκαθιστούσε στο πλάτωμα αυτό το πολύεδρο στιλπνό αντικείμενο που ακόμη αστραποβολούσε στα μάτια του.

Οι Αιγύπτιοι θα μπορούσαν να το κατασκευάσουν, σκέφτηκα, εάν οι εργάτες τους διέθεταν αυτά τα παράξενα υλικά που χρησιμοποιούσαν αυτοί οι κατά πολύ αρχαιότεροι απ’ αυτούς αρχιτέκτονες. Επειδή το αντικείμενο ήταν μικρό, δε μου πέρασε από το μυαλό ότι πιθανόν να έβλεπα ένα χειροτέχνημα μιας φυλής πιο αναπτυγμένης από τη δική μου. Την ιδέα ότι η Σελήνη είχε κάποτε ευφυή ζωή δεν μπορούσα ακόμη να τη συλλάβω και εξακολουθούσα να τη βρίσκω σχεδόν ακόμη πιο τρομακτική, και η περηφάνια μου δε μ’ άφηνε να κάνω την τελική και ταπεινωτική βουτιά. Αλλά τότε παρατήρησα κάτι που μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω, κάτι τόσο ασήμαντο και αθώο που πολλοί δε θα το είχαν καν ποτέ προσέξει. Έχω ήδη πει ότι το πλάτωμα ήταν σημαδεμένο από μετεωρίτες. Επίσης ήταν καλυμμένο από κοσμική σκόνη πολλών εκατοστών, η οποία συγκεντρώνεται στην επιφάνεια κάθε πλανήτη όπου δεν υπάρχει άνεμος να την ανακατέψει. Κι όμως η σκόνη και τα σημάδια των μετεωριτών σταματούσαν εντελώς απότομα σ’ έναν ευρύ κύκλο γύρω από την πυραμίδα, λες κι ένα αόρατο τείχος την προστάτευε από τη φθορά του χρόνου και τον αργό αλλά αδιάκοπο βομβαρδισμό του διαστήματος.

Άκουγα κάποιον να ξεφωνίζει στα ακουστικά μου, και τότε αντιλήφθηκα πως από ώρα με καλούσε ο Γκάρνετ. Προχώρησα με ασταθή βήματα στην άκρη του βράχου και του ένευσα να ανέβει κοντά μου, μη μπορώντας ο ίδιος να μιλήσω. Μετά γύρισα πίσω σ’ εκείνο τον κύκλο μέσα στη σκόνη. Έσκυψα και σήκωσα ένα θραύσμα βράχου και το πέταξα απαλά προς το λαμπερό αίνιγμα. Αν το πετραδάκι εξαφανιζόταν πάνω στο αόρατο φράγμα, δε θα με εξέπληττε καθόλου. Όμως φάνηκε ότι χτύπησε πάνω σε μια ημισφαιρική επιφάνεια και γλίστρησε μαλακά προς το έδαφος. Και τότε αντιλήφθηκα πως ήμουν μπροστά σε κάτι που δεν είχε ταίρι με την αρχαιότητα της δικής μου φυλής. Τούτο δεν ήταν απλά ένα κτίσμα, αλλά μια μηχανή που προστατευόταν από δυνάμεις που αψηφούσαν την Αιωνιότητα. Οι δυνάμεις αυτές, ό, τι κι αν ήταν, λειτουργούσαν ακόμη και ίσως να τις είχα πλησιάσει πιο κοντά απ’ όσο έπρεπε. Σκέφτηκα όλες τις ακτινοβολίες που ο άνθρωπος είχε αιχμαλωτίσει και δαμάσει τον περασμένο αιώνα. Παρ’ όλες τις γνώσεις μου, ίσως ήμουν τελεσίδικα καταδικασμένος σαν να είχα μπει στη θανατηφόρο, σιωπηλή αύρα μιας ατομικής στήλης. Θυμάμαι πως τότε γύρισα προς τον Γκάρνετ, ο οποίος είχε έρθει κοντά μου και στεκόταν ακίνητος δίπλα μου. Έδειχνε να μη αντιλαμβάνεται την παρουσία μου, γι’ αυτό κι εγώ μη θέλοντας να τον ενοχλήσω προχώρησα στην άκρη του βράχου προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.

Εκεί κάτω από μένα απλωνόταν η Θάλασσα των Κρίσεων, πράγματι παράξενη και αλλόκοτη στους περισσότερους, αλλά καθησυχαστικά γνώριμη σ’ εμένα. Σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα τη Γη μέσα στο φωτεινό της ημισφαίριο να φαντάζει στο φόντο των αστεριών, και αναρωτήθηκα τι έκρυβαν τα σύννεφά της όταν οι άγνωστοι κατασκευαστές στη Σελήνη τελείωναν το έργο τους. Ήταν μήπως οι πνιγηρές ζούγκλες της λιθανθρακοφόρου περιόδου, ή οι ερημικές ακτές, από τις οποίες σύρθηκαν στη στεριά τα πρώτα αμφίβια για να κατακτήσουν τη Γη, ή ακόμη πιο μπροστά κατά τους χρόνους της μακράς μοναξιάς πριν την εμφάνιση της ζωής; Μη με ρωτάτε γιατί δεν μάντεψα νωρίτερα την αλήθεια – την αλήθεια που τώρα πια  είναι τόσο φανερή.

Στον πρώτο μου ενθουσιασμό της ανακάλυψής μου, είχα ασυζητητί υποθέσει ότι αυτό το κρυσταλλικό φαινόμενο είχε κατασκευαστεί από κάποια φυλή που ανήκε στο απώτατο παρελθόν της Σελήνης, αλλά ξαφνικά, και με μια συγκλονιστική ένταση, πείστηκα ότι η πυραμίδα ήταν εξίσου ξένη προς τη Σελήνη όσο κι εγώ ο ίδιος. Σε είκοσι χρόνια δεν βρήκαμε κανένα ίχνος ζωής εκτός από λίγα εκφυλισμένα φυτά. Κανένας σεληνιακός πολιτισμός, όποια κι αν ήταν η εξαφάνισή του, θα άφηνε πίσω του μόνο ένα και μοναδικό τεκμήριο της ύπαρξής του. Κοίταξα πάλι τη λαμπερή πυραμίδα, και απείχε πολύ από το να σχετίζεται με τη Σελήνη. Και ξαφνικά άρχισα να συγκλονίζομαι από ένα ανόητο και υστερικό γέλιο, που το προκάλεσε η έξαψη και η υπερδιέγερση: διότι φαντάστηκα πως η μικρή πυραμίδα μου μιλούσε και μου έλεγε: «Λυπάμαι, αλλά κι εγώ ξένος είμαι εδώ».

*

Κάναμε είκοσι χρόνια να παραβιάσουμε εκείνη την αόρατη ασπίδα και να φτάσουμε στον μηχανισμό μέσα σ’ εκείνα τα κρυστάλλινα τείχη. Εκείνο που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε, τελικά το κατορθώσαμε με τη βάρβαρη χρήση της ατομικής ενέργειας και τώρα βλέπω τα συντρίμμια εκείνου του ωραίου αντικειμένου που είχα βρει εκεί πάνω στο κακοτράχαλο βουνό. Τώρα αυτά δεν βγάζουν νόημα. Οι μηχανισμοί – αν πράγματι είναι μηχανισμοί – της πυραμίδας ανήκουν σε μια τεχνολογία που κατά πολύ υπερβαίνει τους ορίζοντές μας, ίσως σε μια τεχνολογία με παραφυσικές δυνάμεις. Και το μυστήριο μας στοιχειώνει όλους, περισσότερο τώρα που έχουμε κατακτήσει τους άλλους πλανήτες και γνωρίζουμε ότι μόνο η Γη είναι το λίκνο ευφυούς ζωής στο Σύμπαν. Ούτε κάποιος χαμένος γήινος πολιτισμός θα μπορούσε να κατασκευάσει εκείνη τη μηχανή, γιατί το πάχος της σκόνης που σκέπαζε το πλάτωμα μας έδωσε τη δυνατότητα να υπολογίσουμε την ηλικία της. Είχε τοποθετηθεί εκεί πάνω στην κορυφή πριν αναδυθεί η ζωή από τους ωκεανούς της Γης.

Όταν ο κόσμος μας είχε τη μισή από την τωρινή του ηλικία, κάτι από τα άστρα πέρασε σαρώνοντας το ηλιακό σύστημα, άφησε αυτό το τεκμήριο στην πορεία του, και ξανασυνέχισε τον δρόμο του. Και μέχρι που εμείς την καταστρέψαμε, η μηχανή συνέχισε να εκπληρώνει τον σκοπό των κατασκευαστών της. Και ποιος άραγε ήταν ο σκοπός αυτός; Εδώ μπορώ να μαντέψω. Σχεδόν εκατό δισεκατομμύρια άστρα περιφέρονται γύρω από το κέντρο του γαλαξία, και στο απώτατο παρελθόν άλλες φυλές σε κόσμους γύρω από άλλους ήλιους πρέπει να ανήλθαν και ξεπέρασαν τα τεχνολογικά ύψη που φτάσαμε εμείς. Φανταστείτε τέτοιους πολιτισμούς, πολύ πίσω στον χρόνο στο λυκόφως της Δημιουργίας, κυρίαρχους ενός σύμπαντος τόσο νέο που η ζωή εμφανίστηκε μόνο σε μια δράκα κόσμων. Η μοναξιά τους θα πρέπει να ήταν τέτοια που ούτε κατά διάνοια μπορούμε να φανταστούμε – η μοναξιά θεών που ατενίζουν το άπειρο και δεν βρίσκουν κανέναν να μοιραστούν τις σκέψεις τους. Πρέπει να εξερεύνησαν τα αστρικά σμήνη όπως εμείς έχουμε εξερευνήσει τους πλανήτες. Παντού θα υπήρχαν κόσμοι, αλλά θα ήταν άδειοι ή θα κατοικούνταν από όντα που σέρνονταν στο χώμα, άνοα πλάσματα. Έτσι ήταν και η Γη μας, με τον καπνό των μεγάλων ηφαιστείων να μαυρίζουν τους ουρανούς, όταν εκείνο το πρώτο διαστημόπλοιο των λαών από την αυγή του χρόνου εμφανίστηκε απροσδόκητα από την άβυσσο πέρα από τον Πλούτωνα. Παρέκαμψε τους παγωμένους εξωτερικούς κόσμους, γνωρίζοντας ότι η ζωή εκεί δεν έπαιζε κανέναν ρόλο στη μοίρα τους. Ήρθε και στάθηκε ανάμεσα στους εσωτερικούς πλανήτες, στη θαλπωρή από τη φωτιά του ήλιου και περίμενε την απαρχή της ιστορίας τους.

Αυτοί οι ταξιδιώτες πρέπει να κοίταξαν τη Γη, που περιφερόταν με ασφάλεια στη στενή ζώνη ανάμεσα στη φωτιά και τον πάγο, και να μάντεψαν ότι ήταν το αγαπημένο από τα παιδιά του Ήλιου. Εδώ, στο μακρινό μέλλον, θα υπήρχαν νοήμονα όντα. Αλλά υπήρχαν  ακόμα αμέτρητα άστρα μπροστά τους και μπορεί να μην ξαναπερνούσαν ποτέ από εκεί.

Έτσι, άφησαν έναν φρουρό, έναν από τα εκατομμύρια που διασκόρπισαν σε όλο το σύμπαν για να παρακολουθούν κάθε κόσμο με υπόσχεση ζωής. Ήταν ένας σηματοδότης, που στην πορεία των αιώνων εξακολουθούσε να εκπέμπει υπομονετικά τα στοιχεία ότι κανείς δεν τον είχε ανακαλύψει.

Ίσως καταλαβαίνετε τώρα γιατί η κρυσταλλική πυραμίδα είχε τοποθετηθεί στη Σελήνη και όχι στη Γη. Οι κατασκευαστές της δεν ενδιαφέρονταν για φυλές που ακόμα πάσχιζαν να ξεπεράσουν το στάδιο της βαρβαρότητας. Θα τους ενδιέφερε ο πολιτισμός μας μόνο αν αποδεικνύαμε την ικανότητά μας να επιβιώσουμε – διασχίζοντας το διάστημα και ξεφεύγοντας από τη Γη, το λίκνο μας. Αυτή είναι η πρόκληση που όλες οι ευφυείς φυλές πρέπει κάποτε ν’ αντιμετωπίσουν, αργά ή γρήγορα. Είναι μία διπλή πρόκληση, επειδή με τη σειρά της εξαρτάται από την κατάκτηση της ατομικής ενέργειας και την τελική επιλογή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο.

Αφού είχαμε ξεπεράσει αυτή την κρίση, ήταν πια θέμα χρόνου να βρούμε την πυραμίδα και να την παραβιάσουμε. Τώρα το σήμα της έχει σιωπήσει και εκείνοι που έχουν αναλάβει αυτό το καθήκον θα στρέψουν τον νου τους προς τη Γη. Ίσως θέλουν να βοηθήσουν το νεαρό πολιτισμό μας. Όμως πρέπει να είναι πολύ-πολύ γηραλέοι και οι γέροι συχνά ζηλεύουν παράφρονα τους νέους.

Δεν μπορώ πια να κοιτάξω τον γαλαξία χωρίς ν’ αναρωτηθώ από ποιο αμυδρό αστρικό νεφέλωμα θα έρθουν οι απεσταλμένοι τους. Παρακαλώ  συγχωρέστε μου αυτήν την κοινότοπη παρομοίωση, αλλά έχουμε ενεργοποιήσει τον συναγερμό και τώρα δεν έχουμε τίποτε να κάνουμε παρά να περιμένουμε. Δεν νομίζω ότι θα περιμένουμε πολύ.

 

Για το αγγλικό πρωτότυπο ανατρέξτε:

 

 THE SENTINEL Arthur C. Clarke 1951 Avon Periodicals Inc ...

Βλέπε επίσης:

 ARTHUR C. CLARKE - THE MASTER OF SCI-FI

 ΟΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟΙ