Παρασκευή 9 Ιουνίου 2023

ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ ΓΟΗΤΕΥΟΥΝ - ΤΗΕ ENCHANTMENT OF DARK EYES


 

ΜΑΥΡΑ ΜΑΤΙΑ



Πέτρος Γκάτζιας

 

 

 

«Τα μάτια σου» της είπα.

«Τι συμβαίνει με τα μάτια μου;» απάντησε εκείνη.

«Είναι κατάμαυρα» της απάντησα.

«Έτσι γεννήθηκα...» μου αντιγύρισε.

«Δεν μπορώ να μην τα κοιτάζω» σχολίασα.

Μόνο γι’ αυτά τα μάτια, με το τόσο έντονο βλέμμα, δεν μπορούσα να αφήσω αυτή την κοπέλα να φύγει. Δεν με ενδιέφερε πώς είναι το πρόσωπό της, το κορμί της, η προσωπικότητά της, τι κάνει στη ζωή της. Πόσων χρονών είναι. Μόνο τα μάτια της.

Κοντεύω τα σαράντα, αλλά ποτέ μου δεν πλησίασα αυθόρμητα μια γυναίκα – έστω για να της κάνω ένα κομπλιμέντο. Μόνο που εκείνη προφανώς είναι συνηθισμένη σε μια τέτοια αντίδραση. Αυτό το μαύρο βλέμμα είναι σαγηνευτικό. Καθηλωτικό.

Σε αντίθεση με εμένα που είχα γοητευτεί, η Μάρα –έτσι τη λένε– δεν είχε κάτι το αξιοσημείωτο να προσέξει πάνω μου. Παρ’ όλα αυτά, έδειχνε να τη διασκέδαζα, αλλά τι ελπίδες θα μπορούσε να έχει ένας διασκεδαστής;

«Γιατί σου αρέσουν τα μαύρα μου μάτια;» ρώτησε ξαφνικά με ύφος που έλεγε ότι, αν δεν έπαιρνε την κατάλληλη απάντηση, είναι σίγουρο πως θα εξαφανιζόταν. Ήδη, είχε υπερβεί εαυτόν και μου μιλούσε...

Είναι αλήθεια πως φοβήθηκα. Δεν μου είχε ξανατύχει. Ξαφνικά ένιωσα λες και έπαιρνα μέρος σε κάποιο διαγωνισμό, όπου ή θα κέρδιζα το μεγάλο έπαθλο ή θα τα έχανα όλα. Τα μάτια της όμως ήταν το κάτι άλλο. Με τραβούσαν, δεν ήθελα να τα χάσω.

Δεν απάντησα. Έμεινα να την κοιτάζω και εκείνη έφυγε χωρίς να πει λέξη.

Τρία βράδια αργότερα, όμως, τα είδα πάλι αυτά τα μαύρα μάτια μπροστά μου, στη δεξίωση του Βρετανού πρέσβη. Καθόταν μόνη της στο αίθριο, στο ημίφως, ντυμένη εντυπωσιακά και βαμμένη υπέροχα, αλλά θλιμμένη. Φορούσε μαύρη τουαλέτα και τα μαύρα της μαλλιά λαμπύριζαν, παραδόξως, στο σκοτάδι, όμως εμένα με τράβηξαν και πάλι τα μάτια της. Μαύρα, αλλά χαμένα στο τίποτα.

Ήμουν έτοιμος να την πλησιάσω, όταν είδα ότι δίπλα της στεκόταν ένας ηλικιωμένος άνδρας που τη χάιδευε τρυφερά στην πλάτη. Τα μαύρα μάτια της τον κοίταξαν με κάτι που μου φάνηκε σαν απόγνωση και μετά συνέχισαν να χάνονται στο τίποτα.

Αυτή η γυναίκα δεν είναι ευτυχισμένη, σκέφτηκα και άρχισα να βγάζω σενάρια για το τι συμβαίνει. Όλα σταμάτησαν όμως τη στιγμή που σήκωσε το κεφάλι της και με κοίταξε, με εκείνο το βαθύ μαύρο βλέμμα της κατευθείαν μέσα στην ψυχή μου.

Πολλά έχουν ειπωθεί για τα μαύρα μάτια στο παρελθόν, πολλές δοξασίες, όμως εγώ θυμάμαι ακόμη την ομώνυμη ταινία του Μιχάλκοφ, με τον υπέροχο Μαστρογιάνι και τη μαυρομάτα μούσα του, την οποία προσπάθησε να επαναδιεκδικήσει.

Ξαφνικά ένιωσα ένας υπερήρωας που θα προσπαθούσε να τη σώσει από τα δεσμά της, χωρίς όμως να σκεφτώ ότι εκείνη δεν μου είχε δώσει το δικαίωμα. Περίμενα να απομακρυνθεί ο ηλικιωμένος και πήγα να σταθώ μπροστά της επαναλαμβάνοντας, για να με καταλάβει, τα λόγια της πρώτης μας γνωριμίας:

«Τα μάτια σου» της είπα.

Σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε κι έπειτα, λες και έπαιρνε μέρος σε μια συνωμοσία με συνθηματικά, είπε:

«Τι συμβαίνει με τα μάτια μου;»

«Είναι κατάμαυρα» της απάντησα.

«Έτσι γεννήθηκα...» μου αντιγύρισε.

«Δεν μπορώ να μην τα κοιτάζω» σχολίασα.

Και πράγματι δεν μπορούσα να μην τα κοιτάζω. Και τότε συνέβη το αναπάντεχο.

«Πάμε να φύγουμε από δω» μου είπε ξαφνικά, αρπάζοντάς με από το χέρι.

«...Το ωραιότερο πράγμα που μπορούσε να μου προσφέρει η ζωή ήταν ένα ψέμα... Σχεδίαζα όμως να γίνω ένας μεγάλος ψεύτης... Ο καλύτερος τρόπος για να αφηγηθείς ένα γεγονός είναι να το επινοήσεις...» Όση ώρα εκείνη περπατούσε δίπλα μου, εγώ αμίλητος σκεφτόμουν τα λόγια του Αλεξάκη και το πόσο δίκιο είχε. Θυμάμαι ακόμη τη βαριά, αργόσυρτη φωνή του στο τηλέφωνο, όταν έτυχε να μιλήσουμε κάποτε και μετά ανέτρεξα στον Μικρό Έλληνα. Έκτοτε, τα λόγια αυτά με στοίχειωσαν και έδωσαν μια άλλη διάσταση στην επινόηση της πραγματικότητάς μου.

Η παρουσία της μου προκαλούσε αμηχανία. Στην παρόρμηση της στιγμής δεν υπολόγισα ποτέ το τι θα μπορούσε να ακολουθήσει. Ξαφνικά την είχα δίπλα μου, μπορούσα να της μιλήσω, να την αγγίξω, όμως δίσταζα. Εκείνη περπατούσε βυθισμένη σε σκέψεις που δεν μπορούσα να μαντέψω. Άπλωσα το χέρι μου και έσφιξα το δικό της μέσα στην παλάμη μου. Μοιάζαμε με ζευγαράκι που βγήκε τη βόλτα του. Τα δάχτυλά της παγωμένα, λες και δεν είχαν ζωή μέσα τους. Αλύγιστα.

«Αυτός που είδες, είναι ο άντρας μου...» είπε ξαφνικά.

Έπαθα σοκ. Τώρα που την έβλεπα πιο προσεκτικά, δεν πρέπει να ήταν παραπάνω από είκοσι πέντε με τριάντα ετών και ο άντρας είχε ξεπεράσει προ πολλού τα εβδομήντα.

«Αυτά τα μαύρα μάτια είναι η κατάρα μου. Αυτά είδε και γοητεύτηκε, πριν από δέκα χρόνια. Σχεδόν με αγόρασε από τους δικούς μου – πρόσφυγες από τη Ρωσία. Εγώ γεννήθηκα εδώ...»

Όση ώρα μιλούσε, την παρατηρούσα. Ασφαλώς και είναι Ρωσίδα, είπα μέσα μου.

«Είναι καλός, αλλά δεν αντέχω άλλο... Εσύ είσαι ο πρώτος που μου μίλησε αυθόρμητα για τα μάτια μου. Είδα στο βλέμμα σου το πόσο χαμένα τα είχες. Όλοι οι άλλοι το βλέπουν σαν κάτι πικάντικο, που θα τους ερεθίσει περισσότερο στο κρεβάτι».

Ξεροκατάπια. Γιατί είναι αλήθεια πως από την πρώτη στιγμή που την είδα, μου έγινε έμμονη ιδέα και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν το σεξ. Άρα δεν διαφέρω από τους άλλους, όπως εκείνη νομίζει. Χαμογέλασα.

Όση ώρα μού μιλούσε, προσπαθούσα να θυμηθώ πού είχα ξαναδεί τον άντρα της. Πρόκειται για χαρακτηριστική φιγούρα. Φοράει συνήθως ένα σκούρο ριγέ κοστούμι –όπως στη δεξίωση–, χειροποίητα σκαρπίνια και ένα ψάθινο πλατύγυρο καπέλο, που θυμίζει Κουβανό αστό. Κρατάει πάντα ανάμεσα στα δάχτυλά του μια πίπα με το τσιγάρο να αχνοκαίει ακόμη. Κάποτε θα είχε μια γοητεία. Τώρα δεν είναι παρά μια παλιομοδίτικη αντανάκλαση.

Αυτόν τον άνθρωπο λοιπόν τον είχα ξανασυναντήσει. Είχαμε μιλήσει στο παρελθόν. Τυχαία. Ήθελε να μου πει την άποψή του για τον έρωτα. Μου είχε μιλήσει για τη γυναίκα του. Το πόσο περήφανος ήταν που την έχει, ακόμη και αν δεν μπορεί να την αγγίξει πια. Είχε και έχει τη λογική του Μοράβια: Αν έχεις εσύ, δικό σου, το «βάζο» με το μέλι, τότε δεν σε νοιάζει αν τρώνε και άλλοι.

«Είχα τις περιπέτειές μου» μου είπε ξαφνικά, λες και ήθελε να απενοχοποιήσει ένα βρόμικο παρελθόν. «Πήγα με πολλούς άντρες, παρότι είμαι παντρεμένη. Με προέτρεπε συχνά ο ίδιος. Ήθελε να μαθαίνει μετά τα πάντα! Με χάιδευε παντού και έτσι ικανοποιούνταν. Ήθελε όμως να ξέρει τους εραστές μου. Να ελέγχει το σύστημα. Ένα πειθήνιο όργανο στις ορέξεις του. Αυτό ήμουν. Όταν σε είδα πρώτη φορά, κατάλαβα ότι θα μπορούσες να με πάρεις απ’ όλο αυτό. Και όταν σε ξαναείδα, τυχαία, στην πρεσβεία, σιγουρεύτηκα. Είσαι το πεπρωμένο μου!»

«Και πώς να αποφύγεις το πεπρωμένο σου…» ψιθύρισα, χωρίς εκείνη να με ακούσει, παρά το γεγονός πως με κοιτούσε όλη την ώρα.

Έσκυψα ξαφνικά και τη φίλησα. Δεν ήταν ακριβώς φιλί, περισσότερο άγγιξα απαλά τα χείλη της. Δεν ξαφνιάστηκε. Μπορεί και να το περίμενε και, για να είμαι ειλικρινής, δεν κατάλαβα γιατί το έκανα. Η επαφή με τα χείλη της με άφησε αδιάφορο. Κατάλαβα αυτό που είχα καταλάβει και από την αρχή. Όταν την πρωτοείδα να περπατά στον δρόμο: τα μάτια της ήταν εκείνα που ήθελα. Τα μάτια της ποθούσα, σαν μια μάγισσα με σαγήνευε και με τραβούσε στα άδυτα της ψυχής της, όμως εγώ δεν ήθελα ποτέ να περάσω τις «πύλες», αλλά να παραμείνω απέναντί τους και να τις κοιτάζω.

«Το είπα εγώ ότι είσαι το πεπρωμένο μου» αναστέναξε γλυκά και χώθηκε στην αγκαλιά μου.

Λίγο πριν απ’ αυτά τα τελευταία λόγια, είχαμε καθίσει σε ένα παγκάκι, στο διπλανό πάρκο. Εξακολουθούσε να είναι χωμένη στην αγκαλιά μου, με τέτοιο τρόπο μάλιστα που δεν μπορούσα να χαζεύω τα μαύρα μάτια της. Από μακριά μοιάζαμε ερωτευμένοι, αν κάποιος όμως πλησίαζε θα έβλεπε την παγωμένη έκφραση στο πρόσωπό μου.

Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα όταν σήκωσα το βλέμμα μου ήταν το τσιγάρο, μέσα στην παλιομοδίτικη πίπα που αχνόκαιε ακόμη και το μανίκι από το σακάκι του. Εκείνο το σκούρο ριγέ κοστούμι. Και μετά τα χειροποίητα σκαρπίνια και το ψάθινο πλατύγυρο καπέλο, που θυμίζει Κουβανό αστό. Φαίνεται πως στεκόταν πολλή ώρα απέναντί μας και μας παρατηρούσε, χωρίς να μιλάει. Μας άκουγε.

Άπλωσε το άλλο του χέρι και η Μάρα, πειθήνια, σηκώθηκε από δίπλα μου και πήγε κοντά του. Εκείνος δεν μίλησε. Την αγκάλιασε. Την κοίταξε για λίγο μέσα στα μαύρα μάτια της και μετά την τράβηξε απαλά για να φύγουν.

Θυμήθηκα αυτό που μου είχε πει κάποτε: «Αν έχεις το βάζο με το μέλι, τι σε νοιάζει αν τρώνε και άλλοι...»

Δεν με ενόχλησε που τελικά μου έλεγε ψέματα ότι ήμουν το πεπρωμένο της. Λυπόμουν που έχανα τα μαύρα της μάτια. Αυθόρμητα, φώναξα:

«Τα μάτια σου».

«Τι συμβαίνει με τα μάτια μου;» απάντησε εκείνη, χωρίς να γυρίσει.

«Είναι κατάμαυρα» της απάντησα.

«Έτσι γεννήθηκα...» μου αντιγύρισε.

«Δεν μπορώ να μην τα κοιτάζω» σχολίασα.

Μόνο τότε γύρισε και μου χάρισε το βλέμμα της. Μέσα στη νύχτα, τα μάτια της μου φάνηκαν ακόμη πιο μαύρα και θλιβερά...

 

Ο Πέτρος Γκάτζιας είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

 

DARK EYES

 

By Petros Gatzias

 

Rendered by Vassilis C. Militsis

 

“Your eyes,” I told her.

“What’s wrong with my eyes?” she responded.

“They’re pitch-black,” I replied.

“That’s the way I was born…” she answered back.

“I can’t help not looking at them,” I commented.

Only because of these eyes, with such an intense gaze, I could not let this girl go. I did not care what her face, her figure and her personality were like or what she did in her life; or how old she was. Only her eyes fascinated me.

I am in my late thirties, and I have never approached a woman on an impulse – even to pay her a compliment. But obviously she is accustomed to such a reaction. This black stare of hers is enticing; captivating. Unlike me who have been charmed, Mara – that is her name – did not find something remarkable on me. Nevertheless, she seemed to be amused with me; but what chance could an entertainer have to hope for?

“Why do you like my dark eyes?” she suddenly asked with an air that meant if she did not get the right answer, she would vanish for certain. She had already surpassed herself to speak to me…

I was really scared. Such a thing had not happened to me before. I suddenly felt as if I were taking part in a sort of competition, where I would either win a prize or lose everything. However, her eyes were something else. I was so attracted to them that I did not want to lose them.

I did not give an answer. I only kept looking at her and she left without saying a word. Three evenings later, however, I saw the dark eyes before me again at the reception of the British ambassador. She was sitting alone in the patio, in the half light, impressively dressed and made up, but she looked sad.

She was wearing a black toilet and her dark hair glistened bizarrely in the dark; however, I was again attracted by her eyes – dark but lost in nothingness.

I was about to approach her when I saw an aged man who was standing by her and tenderly stroking her back. Her dark eyes looked at him in a way that appeared to me as despair and then they went on fading into void again.

“This woman cannot be happy,” I thought and began to speculate about what was going on. And then I stopped in my tracks at the moment she lifted her head and looked at me with that deep, dark stare that penetrated right into my soul.

A lot has been said about dark eyes in the past – a host of folk beliefs, but as far as I am concerned I still remember Mikhalkov’s motion picture Dark Eyes, starring the wonderful Marcello Mastroianni and Yelena Safonova, his dark-eyed muse, whom he tried hard to reclaim.

 

 

I suddenly felt like a superhero that was going to break her chains without, however, thinking that she had not given me the right to do so. I waited until the aged man left and I went to stand in front of her and to refresh her memory, I repeated the words of our first meeting.

 

“Your eyes,” I told her.

She raised her head and looked at me. Then, as if she were a member of a conspiracy of passwords, she said:

“What about my eyes?”

“They’re pitch-black,” I replied.

“That’s the way I was born…” she answered back.

“I can’t help not looking at them,” I commented.

In fact, I could not help not looking at them. And then something unexpected occurred.

“Let’s get out of here,” she said grabbing my hand.

“…the best thing life could grant me was a lie… I was planning to be a big liar… the best way to tell about an event is to invent it…” While she was walking next to me, I remained silent dwelling on Alexakis’ words and how right he was. I still remember his deep, drawn-out voice on the phone, when we once happened to talk and then I looked up his novel The Little Greek. Ever since, these words have haunted me lending another dimension to my reality.

Her presence put me in an awkward position. On the spur of the moment I could not guess what might come next. All of a sudden she was next to me; I could speak to her, touch her but I hung back. She was walking deep in thoughts, which I could not conjecture. I reached out and clasped her hand in mine. We looked like a cute couple enjoying a romantic stroll. Her fingers felt frozen as though they were lifeless – rigid.

“The man you saw me with is my husband…” she said suddenly.

I was shocked. When I espied her more carefully, I guessed she could not have been older than in her late twenties whereas her husband must have already been past his seventies.

“These dark eyes of mine are my curse. He was enchanted by them ten years ago; he almost bought me from my own – refugees from Russia. I was born here…” The whole time she was talking, I was observing her. She certainly is Russian, I thought to myself.

"He’s kind, but I can’t stand it any longer… You’re the first to speak to me so spontaneously about my eyes. I noticed in your glance how bewildered you’d been. The rest see it rather sexually arousing.”

I gulped; for it is true that since I had seen her for the first time, all I had in my mind was sex, which obsessed me. Therefore, I do not differ from the rest, as she believed. I smiled.

While she was talking to me, I was trying very hard to remember where I had seen her husband before. He presented a typical figure. He usually wears a striped, dark suit – the way he was dressed in the reception – custom-made shoes and a wide-brimmed straw hat, which makes him appear as a Cuban bourgeois. He always holds between his fingers a holder with a cigarette, which is still smoldering. He must have had some charm in his youth, which now is but his old fashioned reflection.

I met this man before. We had a chance talk in the past. He wanted to tell me his point of view about love. He had talked to me about his wife; how proud he was to have her even though he could no longer touch her. He went along with Moravia’s logic: if the pot of honey is yours, you don’t care if others taste of it, too.

“I used to have my own love affairs,” she told me suddenly, as if she wanted to be exonerated from a wicked past.

“I had lain with quite a few men, though I’m married. He often urged me himself and then he wanted to be told everything! He would then caress me all over and so he was gratified. He wanted, however, to know my lovers so that he could be in full control of the situation. Docile to his depraved whims – that’s what I was. When I first saw you, I realized you could take me away from all this. And when I met you again by chance at the embassy, I was sure. You are my destiny!”

“And how can you run from fate…” I muttered without her hearing me though she was regarding me all the while.

I suddenly bent down and kissed her. It was not a kiss exactly; it was only a soft brushing on her lips. She was not startled.

She might have been expecting it, in fact; but, to be true, I wonder why I did it. The contact with her lips left me utterly indifferent. I realized now what I had known right at the start. When I had first seen her walking in the street, it was her eyes I craved for as if they belonged to a sorceress who seduced and allured me into the innermost depths of her soul. However, I never wanted to go through those twin ‘portals’ but to be in front of them just looking on.

“I was sure you were my destiny” she heaved a sweet sigh and snuggled into my arms.

A short while before she spoke her last words, we had sat on a bench in the nearby park. She kept on being tucked in my arms in such a way that I could not even look into her dark eyes. We appeared like two love birds from a distance; but if one could come closer, one could see the frozen look on my face.

The first thing I noticed when I raised my eyes was the cigarette that glowed in an old-fashioned holder and the sleeve of his jacket; that striped, dark suit. And then the custom made shoes and the wide-brimmed straw hat that reminds you of a Cuban bourgeois. He was apparently standing there for quite a bit of time and watching us without speaking. He was only listening. He reached out his hand and Mara submissively rose from me and went to him. He said nothing. He embraced her. He looked into her dark eyes for a while and then he gently pulled her away and they left. I remembered what I was once told: if you have the pot of honey all your own, you don’t care if others taste of it, too.

The fact that she had lied to me that I was her destiny did not bother me. I was only sorry that I was going to miss her dark eyes. Impulsively, I cried:

“Your eyes.”

“What’s wrong with my eyes?” she responded without turning around.

“They’re pitch-black,” I replied.

“That’s the way I was born…” she answered back.

“I can’t help not looking at them,” I commented.

Only then did she turn granting me her glance. In the dark of the night they seemed to me still darker and sadder…

 

Petros Gatzias is a journalist and writer

By the same:


ΕΝΑΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ - A DOG WITH FEELINGS

ΕΝΑΣ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΜΙΚΡΟΣ ΣΩΤΗΡΑΣ - A MYSTERIOUS