Σάββατο 17 Απριλίου 2021

JAMES JOYCE - Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ


 

Το διήγημα που ακολουθεί περιγράφει την πλατωνική σχέση ενός μοναχικού άντρα με μια παντρεμένη, τον χωρισμό τους και το τραγικό επακόλουθο.

Ο κύριος Ντάφι, ένας μεσόκοπος ταμίας σε τράπεζα, ζει απομονωμένος σ’ ένα προάστιο του Δουβλίνου. Διακρίνεται από τάξη και σχολαστικότητα και έχει πολύ λίγες κοινωνικές επαφές. Ένα βράδυ, σε μια συναυλία, γνωρίζει την κυρία Έμιλι Σίνικο, μια παντρεμένη μητέρα. Ξεκινούν  μια σχέση αρκετά αθώα που εγκρίνεται από τον σύζυγό της, ο οποίος πιστεύει ότι οι συζητήσεις τους αφορούν την κόρη τους και την πιθανότητα μιας σχέσης μεταξύ της κόρης και του Ντάφι. Οι δυο τους έρχονται πιο κοντά και μια νύχτα η κυρία Σίνικο αυθόρμητα πιάνει το χέρι του Ντάφι και το ακουμπάει στο μάγουλό της. Του Ντάφι, όμως, του κακοφαίνεται και κόβει τις συναντήσεις τους. Τέσσερα χρόνια αργότερα διαβάζει στον τύπο ότι η κυρία Σίνικο παρασύρεται θανάσιμα από ένα τρένο. Οι εφημερίδα αναφέρει τις λεπτομέρειες,  μεταξύ άλλων, την κατάθεση του συζύγου της ότι αυτή είχε αρχίσει να πίνει πριν από δυο χρόνια. Οι λεπτομέρειες του δυστυχήματος οδηγούν στο συμπέρασμα μιας πιθανής αυτοκτονίας. Ο Ντάφι στην αρχή αντιδρά με αποστροφή, συμπεραίνοντας πως κάποιο έμφυτο ελάττωμα του χαρακτήρα της την οδήγησε στο ποτό και τελικά στο δυστύχημα. Σιγά – σιγά, όμως, πείθεται ότι η δική του απόρριψη προκάλεσε τον θάνατό της.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ ΤΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ ΑΓΟΡΑΣ ΤΟΥ ΣΥΔΝΕΫ ΣΤΟ ΔΟΥΒΛΙΝΟ

 ΜΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

(Συντομευμένο)


 

Τζέιμς Τζόυς - Βικιπαίδεια

Μετάφραση: Βασίλης Κ. Μηλίτσης

 

Σήμερα στο Δημόσιο Νοσοκομείο της πόλης του Δουβλίνου ο βοηθός του ιατροδικαστή (εν απουσία του κυρίου Λέβερετ) διεξήγαγε μια νεκροψία στο σώμα της κυρίας Έμιλι Σίνικο, σαράντα τριών ετών, η οποία έχασε τη ζωή της στον Σταθμό της Πλατείας Σύδνεϋ χθες το βράδυ. Τα στοιχεία έδειξαν ότι η αποθανούσα, ενώ επιχειρούσε να διασχίσει τις γραμμές, παρασύρθηκε από τη μηχανή της επιβατικής αμαξοστοιχίας  των δέκα προερχόμενη από το Κινγκστάουν, η οποία προκάλεσε θανάσιμους τραυματισμούς στο κεφάλι και στη δεξιά πλευρά.

Ο Τζέιμς Λένον, ο μηχανοδηγός, κατέθεσε ότι εργαζόταν  στην σιδηροδρομική εταιρία για δεκαπέντε χρόνια. Ακούγοντας το σφύριγμα του σταθμάρχη έθεσε τον συρμό σε κίνηση και μετά από ένα ή δύο δευτερόλεπτα φρέναρε αντιδρώντας στο άκουσμα δυνατών κραυγών. Το τρένο κινούνταν αργά.

Ο Π. Νταν, αχθοφόρος του σταθμού, κατέθεσε ότι καθώς το τρένο επρόκειτο να ξεκινήσει παρατήρησε πως μια γυναίκα επιχειρούσε να διασχίσει τις γραμμές. Έτρεξε προς το μέρος της φωνάζοντας, αλλά πριν προλάβει να την σταματήσει, πιάστηκε στον προφυλακτήρα της μηχανής και έπεσε στο έδαφος.

 

Ένας εκ των ενόρκων: Είδατε την κυρία να πέφτει;

Μάρτυς: Μάλιστα.

 

Ο αρχιφύλακας Κρόλι κατέθεσε ότι όταν έφτασε στον τόπο του συμβάντος, βρήκε την εκλιπούσα πάνω στην αποβάθρα προφανώς νεκρή. Διέταξε να μεταφερθεί η σορός της στην αίθουσα αναμονής ενόψει της άφιξης του ασθενοφόρου.

Ο αστυφύλακας υπ’ αριθ. 57Ε το επιβεβαίωσε.

Ο Δρ. Χάπλιν, υπίατρος του  Δημόσιου Νοσοκομείου του Δουβλίνου, κατέθεσε ότι η εκλιπούσα είχε υποστεί κατάγματα των δύο κάτω πλευρών και σοβαρές εκχυμώσεις στον δεξί της ώμο. Η δεξιά πλευρά του κρανίου υπέστη βαριές κακώσεις κατά την πτώση. Όμως, οι κακώσεις αυτές δεν θα προκαλούσαν τον θάνατο σ’ ένα φυσιολογικό άτομο. Ο θάνατος, κατά τη γνώμη του, προήλθε πιθανόν από κλονισμό και ανακοπή της καρδιακής λειτουργίας.

Ο κύριος Χ. Μ. Πάτερσον Φίνλεϊ, ως εκπρόσωπος της σιδηροδρομικής εταιρίας, εξέφρασε τη βαθιά του θλίψη για το δυστύχημα. Η εταιρία πάντοτε έπαιρνε όλες τις προφυλάξεις να μην επιτρέπει άτομα να διασχίζουν τις γραμμές, παρά μόνο από γέφυρες, και είχε τοποθετήσει όχι μόνο πινακίδες σε κάθε σταθμό, αλλά εγκατέστησε και ειδικές μπάρες να κλείνουν αυτόματα στις ισόπεδες διαβάσεις. Η εκλιπούσα συνήθιζε να διασχίζει τις γραμμές από αποβάθρα σε αποβάθρα αργά τη νύχτα και, ενόψει ορισμένων άλλων συνθηκών της υπόθεσης, δεν θεωρούσε ότι οι σιδηροδρομικοί υπάλληλοι έφεραν καμιά ευθύνη.

Κατέθεσε επίσης ο λοχαγός Σίνικο, κάτοικος της βίλας Λεοβίλ, στην Πλατεία Σύδνεϋ, σύζυγος της εκλιπούσης. Επιβεβαίωσε ότι η νεκρή ήταν η σύζυγός του. Ο ίδιος δεν βρισκόταν στο Δουβλίνο την ώρα του δυστυχήματος καθώς εκείνο το πρωί είχε επιστρέψει από το Ρότερνταμ. Ήταν παντρεμένοι είκοσι δύο χρόνια και ζούσαν ευτυχισμένοι μέχρι πριν από δυο χρόνια όταν η σύζυγός του άρχισε μάλλον να το ρίχνει στο ποτό.

Η δεσποινίς Μέρι Σίνικο είπε ότι τελευταία η μητέρα της συνήθιζε να βγαίνει έξω την νύχτα για ν’ αγοράζει αλκοόλ. Η ίδια, η μάρτυς, είχε συχνά προσπαθήσει να λογικέψει τη μητέρα της, και μάλιστα της πρότεινε να γίνει μέλος μιας ομάδας απεξάρτησης. Έλειπε από το σπίτι μέχρι μια ώρα μετά το δυστύχημα. Οι ένορκοι εξέδωσαν την ετυμηγορία σύμφωνα με τα ιατρικά στοιχεία και απήλλαξαν τον Λένον από κάθε ευθύνη.

Ο βοηθός του ιατροδικαστή είπε ότι επρόκειτο για μια τραγική υπόθεση και εξέφρασε τα βαθιά του συλλυπητήρια στον λοχαγό Σίνικο και στην κόρη του. Παρότρυνε  τη σιδηροδρομική εταιρία να λάβει αυστηρότερα μέτρα προς αποφυγή της πιθανότητας περαιτέρω παρόμοιων δυστυχημάτων στο μέλλον. Δεν αποδόθηκε καμιά ευθύνη σε κανέναν.

***

Ο κύριος Ντάφι σήκωσε τα μάτια του από την εφημερίδα και κοίταξε από το παράθυρο έξω στο άχαρο βραδινό τοπίο. Το ποτάμι έρεε ήσυχο δίπλα από το έρημο διυλιστήριο και κάπου – κάπου έφεγγε ένα φως σε κάποιο σπίτι στην οδό Λούκαν.  Τι τραγικό τέλος που είχε! Η όλη ιστορία του θανάτου της του προκαλούσε απέχθεια, και κυρίως η σκέψη πως κάποτε της είχε μιλήσει για ό, τι o ίδιος είχε ιερό. Οι ξεφτισμένες φράσεις, οι άσκοπες εκδηλώσεις συμπάθειας, οι προσεκτικές λέξεις ενός εκφωνητή που τον έπεισαν να αποκρύψει τις λεπτομέρειες ενός κοινού και πρόστυχου θανάτου, του έφερναν ναυτία. Δεν ξέπεσε μόνο η ίδια αλλά μείωσε κι αυτόν. Έβλεπε τη ρυπαρή έκταση της ακολασίας της, την πανάθλια και σάπια. Τη σύντροφο της ψυχής του! σκέφτηκε τους παλιάνθρωπους που τρέκλιζαν και τους έβλεπε να κουβαλούν άδεια τενεκεδάκια και μπουκάλια να τα γεμίσει ο μπάρμαν. Θεέ μου, τι τέλος! Ήταν φανερό πως δεν γεννήθηκε άξια για να ζει, χωρίς καμιά δύναμη για έναν στόχο. Ήταν μια εύκολη λεία εξαρτήσεων, ένα ερείπιο πάνω στο οποίο κτίστηκε ο πολιτισμός. Αλλά να πέσει τόσο χαμηλά; Ήταν δυνατόν να είχε εξαπατηθεί τόσο πολύ σχετικά μ’ αυτήν; Θυμήθηκε το ξέσπασμά της τη νύχτα εκείνη και το ερμήνευσε με πιο σκληρό τρόπο που είχε κάνει ποτέ. Και τώρα δεν είχε καμιά δυσκολία να επιδοκιμάσει την πορεία που ο ίδιος ακολούθησε.

Καθώς σκοτείνιαζε και οι θύμησές του  πλανιόνταν από το ένα στο άλλο, είχε την εντύπωση ότι το χέρι της άγγιζε το δικό του. Ο κλονισμός που ένιωσε στα σωθικά του προκαλούσε τώρα νευρικό παροξυσμό. Φόρεσε το επανωφόρι και το καπέλο του και βγήκε από το σπίτι. Ο κρύος αέρας τον χτύπησε στο κατώφλι. Έμπαινε μέσα στα μανίκια του σακακιού του. Πήγε στο καφενείο κοντά στη Γέφυρα του Τσαπελιζόντ και παρήγγειλε ένα ζεστό ποντς.

Ο καταστηματάρχης του σέρβιρε με δουλοπρέπεια αλλά δεν τόλμησε ν’ ανοίξει κουβέντα. Στο μαγαζί υπήρχαν πέντε με έξι εργάτες που συζητούσαν την αξία του υποστατικού ενός κυρίου στην κομητεία του Κιλντέρ. Έπιναν κατά διαλείμματα από τις τεράστιες μισόλιτρες κούπες του και κάπνιζαν, φτύνοντας συχνά στο πάτωμα και ενίοτε σέρνοντας το πριονίδι πάνω από τα φτύματά τους με τις βαριές τους μπότες. Ο κύριος Ντάφι κάθισε σ’ ένα σκαμπό και τους κοίταζε χωρίς να τους βλέπει και να τους ακούει. Μετά από λίγο έφυγαν κι αυτός παρήγγειλε ένα ακόμη ποντς. Έμεινε αρκετή ώρα σιγοπίνοντας. Στο μαγαζί βασίλευε ησυχία. Ο μαγαζάτορας είχε αράξει στον πάγκο και διάβαζε με χασμουρητά τον Κήρυκα. Κάθε λίγο ακουγόταν ένα τραμ να περνάει απέξω σφυρίζοντας κατά μήκος του έρημου δρόμου.

Καθώς καθόταν εκεί, αναπολώντας τη ζωή του μαζί της και ξαναφέρνοντας στον νου του εναλλάξ τις δυο εικόνες με τις οποίες τώρα την είχε ζωγραφίσει στο μυαλό του, συνειδητοποίησε ότι ήταν πλέον νεκρή, ότι είχε πάψει να υπάρχει, ότι είχε πια γίνει μια ανάμνηση. Άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Αναρωτήθηκε τι άλλο μπορούσε να είχε κάνει. Δεν θα μπορούσε να συνεχίζει να παίζει μια κωμωδία πλάνης μαζί της. Δεν μπορούσε να ζει μαζί της φανερά. Είχε κάνει αυτό που πίστεψε ότι ήταν το καλύτερο. Με ποιον τρόπο έφταιγε αυτός; Τώρα που αυτή έφυγε, καταλάβαινε πόσο μοναξιά θα ένιωθε στη ζωή της, με το να κάθεται τις νύχτες ολομόναχη σ’ εκείνο το δωμάτιο. Κι ο ίδιος θα ένιωθε μοναξιά στο εξής μέχρι να πεθάνει, να πάψει να υπάρχει και να γίνει κι αυτός μια ανάμνηση – αν κανείς ποτέ θα τον θυμόταν.

Ήταν περασμένες εννιά όταν έφυγε από το μαγαζί. Η νύχτα ήταν κρύα και σκοτεινή. Μπήκε στο πάρκο από την πρώτη πύλη και συνέχιζε να βαδίζει κάτω από χτικιάρικα δέντρα. Περπατούσε μέσα από τα ζοφερά δρομάκια όπου είχαν βαδίσει μαζί πριν από τέσσερα χρόνια. Είχε την ψευδαίσθηση πως αυτή ήταν πλάι του μέσα στο σκοτάδι. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθε τη φωνή της να χαϊδεύει τα αυτιά του και το χέρι της ν’ αγγίζει το δικό του. Και τότε έμεινε ακίνητος ν’ αφουγκραστεί. Γιατί της αρνήθηκε τη ζωή; Γιατί την καταδίκασε σε θάνατο; Ένιωσε την ψυχή του να γίνεται χίλια κομμάτια.

Όταν έφτασε στη κορυφή του υψώματος Μάγκαζιν Χιλ, στάθηκε και η ματιά του πλανήθηκε κατά μήκος του ποταμού προς το Δουβλίνο, που τα κοκκινωπά φώτα του έφεγγαν φιλόξενα μέσα στην κρύα νύχτα. Κοίταξε κάτω στην πλαγιά του λόφου, στους πρόποδες, και είδε κάποιες ανθρώπινες μορφές να ξαπλώνουν κρυμμένες στη σκιά του τείχους που περιέβαλλε το πάρκο. Αυτού του είδους ο κρυφός και αγοραίος έρωτας τον γέμισε με απελπισία. Του κατάτρωγε την εντιμότητα της ζωής του. Αισθανόταν πια  απόκληρος από της ζωής το πανηγύρι. Μια γυναίκα έδειξε να τον αγαπά κι αυτός της αρνήθηκε τη ζωή και την ευτυχία της. Την είχε καταδικάσει σ’ έναν ατιμωτικό θάνατο ντροπής. Καταλάβαινε ότι τα άτομα που ήταν ξαπλωμένα κοντά στο τείχος τον έβλεπαν και ήθελαν να φύγει. Κανείς δεν τον ήθελε – ήταν ο παρίας από το πανηγύρι της ζωής. Έριξε τη ματιά του στο γκρίζο ποτάμι, που αχνόφεγγε και έρεε με στριφογυρίσματα προς το Δουβλίνο. Πέρα από το ποτάμι διέκρινε ένα φορτηγό τρένο να βγαίνει από τον σταθμό του Κίνγκσπμπριτζ, σαν ένα σκουλήκι με πύρινο κεφάλι να σέρνεται μέσα στο σκοτάδι με επίπονη και πεισματική προσπάθεια. Νωχελικά χάθηκε από τα μάτια του. Αλλά συνέχισε ακόμη να νιώθει στ’ αυτιά του το βουητό της μηχανής να επαναλαμβάνει συλλαβιστά το όνομά της.

Επέστρεψε από το δρόμο που είχε έρθει, με το ρυθμικό ήχο της μηχανής να βουίζει  μέσα στ’ αυτιά του. Άρχισε να αμφιβάλλει  για την πραγματικότητα αυτού που του έλεγε η μνήμη του. Στάθηκε κάτω από ένα δέντρο και περίμενε να σβήσει σιγά - σιγά ο ρυθμικός ήχος. Δεν την ένιωθε πια δίπλα του, κι ούτε τη φωνή της να χαϊδεύει τ’ αυτιά του. Περίμενε μερικά λεπτά ν’ αφουγκράζεται. Δεν άκουγε τίποτε: μέσα στη νύχτα επικρατούσε άκρα σιωπή. Έστησε πάλι αυτί ν’ ακούσει: άκρα σιωπή. Και  τότε ένιωσε εντελώς μόνος.

 

Ακολουθεί το αγγλικό πρωτότυπο

 

DEATH OF A LADY AT SYDNEY PARADE

A PAINFUL CASE

(Abridged - for the whole original see:

A Painful Case by James Joyce - The Literature Network)

James Joyce - Wikipedia

Today at the City of Dublin Hospital the Deputy Coroner (in the absence of Mr Leverett) held an inquest on the body of Mrs Emily Sinico, aged forty-three years, who was killed at Sydney Parade Station yesterday evening. The evidence showed that the deceased lady, while attempting to cross the line, was knocked down by the engine of the ten o’clock slow train from Kingstown, thereby sustaining injuries of the head and right side which led to her death.

James Lennon, driver of the engine, stated that he had been in the employment of the railway company for fifteen years. On hearing the guard’s whistle he set the train in motion and a second or two afterwards brought it to rest in response to loud cries. The train was going slowly.

P. Dunne, railway porter, stated that as the train was about to start he observed a woman attempting to cross the lines. He ran towards her and shouted, but, before he could reach her, she was caught by the buffer of the engine and fell to the ground.

A juror. “You saw the lady fall?”

Witness. “Yes.”

Police Sergeant Croly deposed that when he arrived he found the deceased lying on the platform apparently dead. He had the body taken to the waiting-room pending the arrival of the ambulance.

Constable 57E corroborated.

Dr Halpin, assistant house surgeon of the City of Dublin Hospital, stated that the deceased had two lower ribs fractured and had sustained severe contusions of the right shoulder. The right side of the head had been injured in the fall. The injuries were not sufficient to have caused death in a normal person. Death, in his opinion, had been probably due to shock and sudden failure of the heart’s action.

Mr H. B. Patterson Finlay, on behalf of the railway company, expressed his deep regret at the accident. The company had always taken every precaution to prevent people crossing the lines except by the bridges, both by placing notices in every station and by the use of patent spring gates at level crossings. The deceased had been in the habit of crossing the lines late at night from platform to platform and, in view of certain other circumstances of the case, he did not think the railway officials were to blame.

Captain Sinico, of Leoville, Sydney Parade, husband of the deceased, also gave evidence. He stated that the deceased was his wife. He was not in Dublin at the time of the accident as he had arrived only that morning from Rotterdam. They had been married for twenty-two years and had lived happily until about two years ago when his wife began to be rather intemperate in her habits.

Miss Mary Sinico said that of late her mother had been in the habit of going out at night to buy spirits. She, witness, had often tried to reason with her mother and had induced her to join a league. She was not at home until an hour after the accident. The jury returned a verdict in accordance with the medical evidence and exonerated Lennon from all blame.

The Deputy Coroner said it was a most painful case, and expressed great sympathy with Captain Sinico and his daughter. He urged on the railway company to take strong measures to prevent the possibility of similar accidents in the future. No blame attached to anyone.

Mr Duffy raised his eyes from the paper and gazed out of his window on the cheerless evening landscape. The river lay quiet beside the empty distillery and from time to time a light appeared in some house on the Lucan road. What an end! The whole narrative of her death revolted him and it revolted him to think that he had ever spoken to her of what he held sacred. The threadbare phrases, the inane expressions of sympathy, the cautious words of a reporter won over to conceal the details of a commonplace vulgar death attacked his stomach. Not merely had she degraded herself; she had degraded him. He saw the squalid tract of her vice, miserable and malodorous. His soul’s companion! He thought of the hobbling wretches whom he had seen carrying cans and bottles to be filled by the barman. Just God, what an end! Evidently she had been unfit to live, without any strength of purpose, an easy prey to habits, one of the wrecks on which civilisation has been reared. But that she could have sunk so low! Was it possible he had deceived himself so utterly about her? He remembered her outburst of that night and interpreted it in a harsher sense than he had ever done. He had no difficulty now in approving of the course he had taken.

As the light failed and his memory began to wander he thought her hand touched his. The shock which had first attacked his stomach was now attacking his nerves. He put on his overcoat and hat quickly and went out. The cold air met him on the threshold; it crept into the sleeves of his coat. When he came to the public-house at Chapelizod Bridge he went in and ordered a hot punch.

The proprietor served him obsequiously but did not venture to talk. There were five or six workingmen in the shop discussing the value of a gentleman’s estate in County Kildare. They drank at intervals from their huge pint tumblers and smoked, spitting often on the floor and sometimes dragging the sawdust over their spits with their heavy boots. Mr Duffy sat on his stool and gazed at them, without seeing or hearing them. After a while they went out and he called for another punch. He sat a long time over it. The shop was very quiet. The proprietor sprawled on the counter reading the Herald and yawning. Now and again a tram was heard swishing along the lonely road outside.

As he sat there, living over his life with her and evoking alternately the two images in which he now conceived her, he realised that she was dead, that she had ceased to exist, that she had become a memory. He began to feel ill at ease. He asked himself what else could he have done. He could not have carried on a comedy of deception with her; he could not have lived with her openly. He had done what seemed to him best. How was he to blame? Now that she was gone he understood how lonely her life must have been, sitting night after night alone in that room. His life would be lonely too until he, too, died, ceased to exist, became a memory—if anyone remembered him.

It was after nine o’clock when he left the shop. The night was cold and gloomy. He entered the Park by the first gate and walked along under the gaunt trees. He walked through the bleak alleys where they had walked four years before. She seemed to be near him in the darkness. At moments he seemed to feel her voice touch his ear, her hand touch his. He stood still to listen. Why had he withheld life from her? Why had he sentenced her to death? He felt his moral nature falling to pieces.

When he gained the crest of the Magazine Hill he halted and looked along the river towards Dublin, the lights of which burned redly and hospitably in the cold night. He looked down the slope and, at the base, in the shadow of the wall of the Park, he saw some human figures lying. Those venal and furtive loves filled him with despair. He gnawed the rectitude of his life; he felt that he had been outcast from life’s feast. One human being had seemed to love him and he had denied her life and happiness: he had sentenced her to ignominy, a death of shame. He knew that the prostrate creatures down by the wall were watching him and wished him gone. No one wanted him; he was outcast from life’s feast. He turned his eyes to the grey gleaming river, winding along towards Dublin. Beyond the river he saw a goods train winding out of Kingsbridge Station, like a worm with a fiery head winding through the darkness, obstinately and laboriously. It passed slowly out of sight; but still he heard in his ears the laborious drone of the engine reiterating the syllables of her name.

He turned back the way he had come, the rhythm of the engine pounding in his ears. He began to doubt the reality of what memory told him. He halted under a tree and allowed the rhythm to die away. He could not feel her near him in the darkness nor her voice touch his ear. He waited for some minutes listening. He could hear nothing: the night was perfectly silent. He listened again: perfectly silent. He felt that he was alone.